Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Μύθοι και πραγματικότητα για τις νέες τεχνολογίες


«Η πιο επαναστατική αλλαγή στον 21ο αιώνα δεν θα προέλθει από την τεχνολογία, αλλά από μια καινούργια αντίληψη για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος».
 

                                John Naisbitt, Aμερικανός συγγραφέας και μελλοντολόγος

             
Μύθοι και πραγματικότητα

        Για αρκετές δεκαετίες η φαντασία ανέβαζε ψηλά τον πήχη στην επιστήμη, προ-κειμένου να πετυχαίνει «θαύματα» με το πάτημα ενός κουμπιού. Για αιώνες επίσης, μέσα στους μύθους για φτερωτά άλογα και μαγικά χαλιά ο άνθρωπος έκρυβε την αδημονία του για μια τεχνολογία πληροφορίας και επικοινωνιών που θα νικούσε τους φραγμούς της απόστασης και της ταχύτητας. Ταυτόχρονα όμως οι μύθοι έκαναν λόγο για κακούς δράκους που έσπερναν φωτιές, εκφράζοντας τους μύχιους ανθρώπινους φόβους, καθώς από νωρίς έγινε αντιληπτό ότι η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία διαθέτει  μια φωτεινή, δημιουργική πλευρά και μια σκοτεινή, αυτοκαταστροφική διάσταση. Έτσι, αφενός αγκαλιάζουμε τη νεωτερικότητα, αφετέρου αισθανόμαστε ευάλωτοι στην εκδοχή της όποιας αλλαγής.
        Η κατάσταση επιδεινώνεται όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη νεωτερικότητα χωρίς να προηγηθεί η κατάλληλη πνευματική και ψυχοσυναισθηματική προεργασία. Αν το σχίσμα των Εκκλησιών χώρισε τον χριστιανικό κόσμο στα δύο, το σχίσμα ουμανιστών και τεχνοκρατών μετά τη βιομηχανική επανάσταση διέσπασε τους ανθρώπους σε δυο απόλυτες δομές σκέψης, που οι υπέρμαχοι καθεμιάς γυρνούσαν επιδεικτικά τα νώτα στην άλλη (Δερτούζος, 1998), αδυνατώντας να προετοιμάσουν τον άνθρωπο για το θαύμα της Ψηφιακής εποχής. 
          Έτσι, οι ΤΠΕ παρότι είναι σύμμαχοι του σύγχρονου ανθρώπου στη διαχείριση του τεράστιου όγκου νέων πληροφοριών στην κοινωνία της μάθησης, λειτουργούν και ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για τη μοναξιά, την επιδερμικότητα και τη χαλαρότητα των σύγχρονων ανθρώπινων σχέσεων (Δερτούζος, 1998). 
        Η αλήθεια είναι ότι όσοι έχουν δοκιμάσει τα οφέλη των ΤΠΕ δεν διανοούνται τη ζωή τους δίχως αυτές. Η εκμηδένιση των γεωγραφικών αποστάσεων, η άμεση επικοινωνία και η δημιουργία ενός παγκόσμιου «ψηφιακού» χωριού αποτελούν το μεγαλύτερο τεχνολογικό επίτευγμα των ημερών μας.  Έτσι, οι ΤΠΕ είναι οι θεματοφύλακες ανθρώπινων σχέσεων, επαγγελματικών και προσωπικών, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα αναπτύσσονταν ποτέ ή δεν θα μπορούσαν να συντηρηθούν (Δερτούζος, 1998). 
        Αρκετοί μετανάστες ευγνωμονούν τους εφευρέτες του internet και του Skype που τους εξασφαλίζουν έστω ψηφιακή επικοινωνία με τα αγαπημένα τους πρόσωπα στις μακρινές τους πατρίδες ενώ η διαδικτυακή επαφή με τους ομοεθνείς τους συμβάλλει στη διατήρηση των εθνικών τους δεσμών. Oμοίως πολύτιμες αναδεικνύονται οι ΤΠΕ για τους ηλικιωμένους ή τους αναπήρους, αποτελώντας αντίδοτο για την ανία, την κατάθλιψη, τη μοναξιά και τον κοινωνικό αποκλεισμό τους (Δερτούζος, 1998), υπό την προϋπόθεση να μην ανήκουν στους κοινωνικά αποκλεισμένους και ψηφιακά αναλφάβητους (Νοrris, 2001. Powel, 2001. Jackson, 2011). Εξάλλου, η σύνδεση του κοινωνικού αποκλεισμού με τον ψηφιακό αποκλεισμό, δηλαδή με την αδυναμία πρόσβασης στις ΤΠΕ, είναι επαρκές επιχείρημα για το ρόλο τους στην κοινωνικοποίηση και την ευημερία των ανθρώπων (Compaine, 2001).
         Βεβαίως, ισχυρός είναι ο αντίλογος κατά των ΤΠΕ λόγω των νέων μορφών εγκληματικότητας όπως η ηλεκτρονική διακίνηση πορνογραφικού υλικού, ο προσηλυτισμός, ο εκβιασμός, η παιδεραστία και η εξάρτηση όχι απλώς από τους υπολογιστές αλλά και από συγκεκριμένες δραστηριότητες και εφαρμογές (Chou, Condron & Bellard, 2005) χάρη στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των τεχνολογιών και της κατ’ επίφασιν δημοκρατικότητας του Διαδικτύου. 
       Επομένως, η επικοινωνία χάρη στις ΤΠΕ αποκτά ένα νέο περιεχόμενο και οι αλλαγές τείνουν να διαμορφώσουν ένα νέο μοντέλο ανθρώπου ως προς την επικοινωνιακή του διάσταση. Εν ολίγοις, το ερώτημα που προκύπτει αφορά το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται μέσω του Διαδικτύου και το βαθμό στον οποίο αυτές επηρεάζουν ή καθορίζουν τις δια ζώσης ανθρώπινες σχέσεις. 
           Κανείς βεβαίως δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει τα οφέλη των επιχειρηματικών, εμπορικών και επιστημονικών σχέσεων από τις ΤΠΕ και δεν θα προέβαινε στον αφορισμό τους ακόμη και με δεδομένες τις εξαρτήσεις και την εγκληματικότητα που προκλήθηκαν. Το κυρίαρχο ζήτημα όμως είναι ότι ποτέ ο άνθρωπος δεν είχε τη δυνατότητα να καταπολεμήσει τόσο δραστικά τη μοναξιά και την απομόνωση και ποτέ άλλοτε δεν ένιωσε τόσο ασφυκτικά μόνος όσο σήμερα (Αnastasiades, 2005). 
          Στους εικονικούς κόσμους των social networks βιώνονται αντίστοιχα «εικονικές» φιλίες και «εικονικά» συναισθήματα που άλλοτε αποτελούν παρηγοριά για τους καταδικασμένους σε απομόνωση ανθρώπους και άλλοτε ξεγελούν ως γνήσια ανθρώπινη επαφή, εγκλωβίζοντάς τους στα γρανάζια της εικονικότητας, επειδή διστάζουν ή φοβούνται να εκτεθούν στην αληθινή ζωή. Κατ’ επέκταση οι εικονικές και αυτοματοποιημένες, μέσω του Διαδικτύου, ανθρώπινες σχέσεις εκπαιδεύουν το άτομο να εκδηλώνει αυτοματοποιημένες, ρηχές μορφές συμπεριφοράς, φτάνοντας στο σημείο να θεωρείται εφικτή η  λήξη πολύπλοκων συναισθηματικών διεργασιών μιας φιλίας με το πάτημα ενός κουμπιού στο facebook  (Δερτούζος, 1998).
        Η ταχύτητα και η «εικονικότητα» μοιάζουν να είναι οι δυο κυρίαρχες έννοιες της εποχής που η μια παράγει και αναπαράγεται ασταμάτητα από την άλλη. Ο σύγχρονος άνθρωπος επομένως επειδή δεν προφταίνει να ζήσει μια πραγματική ζωή, χάρη στις ΤΠΕ αρκείται σε μια εικονική (Ryan, 2003). Βεβαίως, το εικονικό βίωμα και η ταχύτητα δεν είναι διόλου αρνητικές έννοιες αφού ανέκαθεν οι άνθρωποι οραματίζονταν να εκμηδενίσουν τις αποστάσεις για να εξοικονομούν πολύτιμο χρόνο στην πεπερασμένη τους ζωή και η εικονικότητα τους προσέφερε το πρόσκαιρο αίσθημα ευτυχίας που αποζητούν διαχρονικά μέσω των τεχνών που από νωρίς αναπτύχθηκαν.
        Το πρόβλημα υφίσταται από τη στιγμή που η εικονικότητα καταντά παθολογία από την κυρίαρχη τάση «ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής συμπεριφοράς», (Lechner, 1996), δηλαδή από την επιβεβλημένη εσωστρέφεια της αυτοσυντήρησης και του ατομικισμού που υποθάλπονται από την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. O Lechner επισημαίνει επίσης, ότι στις καταναλωτικές κοινωνίες ο χρόνος, το συναίσθημα και η οικονομία αποκτούν διαφορετικά νοήματα, καθώς οποιαδήποτε έκκληση για κοινωνική αλληλεγγύη, έρχεται αντιμέτωπη με την «κουλτούρα του ατομικισμού». Παρατηρείται δηλαδή η αντίφαση ενώ ο πολίτης ενσωματώνεται σε μια ευρύτερη του έθνους πολιτισμική κοινότητα να απομονώνεται από την κοινότητα, αποποιούμενος την κοινωνική συλλογική του ταυτότητα και ευθύνη (Waterman, 2001). 
       Ο κίνδυνος της απομόνωσης τόσο από το φιλικό όσο και από το εθνικό περιβάλλον είναι αλληλένδετος με τον κίνδυνο των εθισμών και εξαρτήσεων από το Διαδίκτυο που σήμερα έχει αποκτήσει διαστάσεις λαίλαπας, όπως οι βιολογικοί εθισμοί σε ουσίες ή οι ψυχολογικές εξαρτήσεις από τον τζόγο, την υπερκατάλωση, το σεξ, την κλοπή κλπ (Davis, 2001, Τruan, 1993). Από αυτή την οπτική, η εξάρτηση από το Διαδίκτυο δεν είναι υποκατάστατο κοινωνικών σχέσεων αλλά τρόπος αποφυγής τους. 
        Επομένως, οι συνέπειες των ΤΠΕ εξαρτώνται από τις προθέσεις, τις αξίες και τις αντιστάσεις των χρηστών και από τις συνθήκες που επιβάλλουν τη χρήση τους, και κατά συνέπεια η εκπαίδευση είναι αυτή που θα καθοδηγήσει το άτομο πώς να διαχειρίζεται τις ΤΠΕ ώστε να κορφολογεί μόνο τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης.
        Δεδομένου ότι ο αυτοπροσδιορισμός του ατόμου τίθεται σε νέες βάσεις και το άτομο καλείται να αναπτύξει, πέρα από την ατομική και εθνική ταυτότητα, την ταυ-τότητα του κοσμικού πολίτη, ως έναν επιπλέον ομόκεντρο κύκλο προσωπικής εξέλιξης (Νussbaum, 1996) με πυρήνα την αυτο-πραγμάτωση, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζονται η θέση και οι ρόλοι του μέσα στις νέες δομές της κοινωνίας του, η εκπαίδευση οφείλει να γίνει ο συνδετικός κρίκος μεταξύ παραγωγής/οικονομίας και πολιτισμού/κοινωνίας (Κολλιοπούλου, 2010). 
           Καθώς οι επιπτώσεις των ΤΠΕ εξαρτώνται από το προφίλ του Πολίτη/χρήστη που διαμορφώνει η εκπαίδευση και από τον τύπο της κοινωνίας του (Le Thanh Khoi, 1981), η ανούσια αντιπαλότητα της τεχνοκρατικής και ουμανιστικής προσέγγισης του ψηφιακού κόσμου πρέπει να σταματήσει. Τούτο σημαίνει βεβαίως επικέντρωση όχι στη στείρα κατάκτηση της γνώσης των ΤΠΕ αλλά στην κριτική της αξιολόγηση και χρήση. 
             Η σύνεση, η κριτική σκέψη και η αίσθηση του μέτρου αποτελούν  καίριες «δεξιότητες» που οφείλει το άτομο να κατακτά. Οι ΤΠΕ αποτελούν μια νέα εκδοχή  εκπαιδευτικών, πολιτικών και οικονομικών πρακτικών (Philips & Cope,  2006. Chen, 2003. Ryan, 2003. Caimey,2011) και όχι υποκατάστατο ή απειλή των πάγιων αξιών της εκπαί-δευσης και του ρόλου του φωτισμένου εκπαιδευτικού. Η ιδανική εκπαιδευτική προσέγγιση είναι αναμφίβολα η επιδίωξη της ισορροπίας μεταξύ ουμανιστικής και τεχνοκρατικής/οικονομικής οπτικής, (Schukar, 1993) πράγμα που προϋποθέτει κατάλληλη εκπαίδευση των εκπαιδευτών και όχι μετατόπιση της βαρύτητας της εκπαίδευσης από τον δάσκαλο στα εργαλεία μάθησης, πράγμα που αποτελεί λανθάνοντα προσανα-τολισμό. Απαιτούνται δάσκαλοι εκπαιδευμένοι στις ΤΠΕ με οίστρο και ευρύ πνεύμα τόσο απέναντι στις ουμανιστικές αξίες όσο και απέναντι στη νεωτερικότητα ώστε να διαπλάσουν επιτυχώς τον νέο τύπο παραγωγικού, κοινωνικά προσαρμοστικού και ευτυχισμένου πολίτη (Pike, 2000). Αντίστοιχα, πρέπει να να υπάρξει διαφορετική χρήση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση ανάλογα με την ηλικία του εκπαιδευομένου, αφού η αυτοεκπαίδευση και το e-learning έχουν σπουδαία οφέλη (Catford, 2011) αλλά απαιτούν υψηλό βαθμό αυτοπειθαρχίας που είναι δύσκολο να διαθέτει ένα παιδί.  
       Κατά παράφραση της ρήσης του Διογένη «ζητούνται άνθρωποι», σήμερα «ζητούνται δάσκαλοι» και οι ΤΠΕ πρέπει να παίξουν ρόλο επικουρικό και όχι να μετατρέψουν την εκπαίδευση σε πανομοιότυπα πακέτα γνώσης που η παροχή τους στα άτομα θα γίνεται μόνο μέσω εικονικών περιβαλλόντων μάθησης ή μέσω ασύγχρονων και απρόσωπων εκπαιδευτικών στρατηγικών.    Εξάλλου, ο μορφασμός, ο τόνος της φωνής, το επιδοκιμαστικό ή αποδοκι-μαστικό βλέμμα του δάσκαλου διαχρονικά αποδείχτηκαν αποτελεσματικά μέσα δια-παιδαγώγησης τα οποία κανένα e-learning, κανένα εικονικό περιβάλλον ή αυτόματο πρόγραμμα μάθησης δεν μπορούν προς το παρόν να τα συναγωνιστούν παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ερευνητών τεχνητής νοημοσύνης (Δερτούζος, 1998). Καθώς όλες οι μεταβολές κατευθύνονται από την κορυφή της πολιτικής πυραμίδας, επιβάλλεται κρατική μέριμνα για τη χάραξη ορθής εκπαιδευτικής πολιτικής.
Έχοντας κατά νου ότι ο άνθρωπος πασχίζει μέσω των ΤΠΕ να συντηρήσει εικονικά ό,τι φοβάται πως χάνει στην κατακλυσμιαία ροή των εξελίξεων, απαιτείται ψυχραιμία, κριτικό πνεύμα και νηφαλιότητα για την ομαλή προσαρμογή του ανθρώπου στην ψηφιακή εποχή.


 Βιβλιογραφία
·         Anastasiades, P.S. (2005) The European Information Society: Social Dimension pp.1-6 http://vista.aegean.gr/webct/urw/lc37767831001.tp37767853001/previewtoc. dowebct?pdateBreadcrumb=false&resetBreadcrumb=false&TOCId=37768705001&TOCLinkId=37769300001#37769300001 προσπελάστηκε 5/2/2012
·         Δερτούζος, Μ. (1998). Τι μέλλει γενέσθαι; Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη, σ.σ. 518-526
·         Κολλιοπούλου, Κ. (2010). Εκπαίδευση και οικονομία, Επιστημονικό Βήμα, τ. 14, Δεκέμβριος
·         Cairney,  H.T (2011). The Place of Literature in an Increasingly Virtual World Published online: 26 April 2011 _ Springer Science+Business Media, LLC 2011 pp. 113-125
·         Catford, J. (2011). The new social learning: connect better for better health. Health Promotιοn. International .V. 26 N.2,  pp. 133-135.
         Chen, Y. (2011) Application and development of electronic books in an e-Gutenberg age. Online Inform Rev 2003;27(1):8–16 Volume 15, Number 3, 69-83, Volume 27, Number 4 / December 2011
·         Chou, C, Condron, L. and Belland, J.C. (2005) A Review of the Research on Internet Addiction, Educational Psychology Review, Vol. 17, No. 4, December pp. 363-386
·         Compaine, B.M. (2001) The digital divide: facing a crisis or creating a myth?. MIT Press, Cambridge
 ·         Cope, B. & Phillips, A. (eds) (2006) The Future of the Book in the Digital Age. Oxford: Chandos Publishing. pp. 7
·         Davis,  R.A. (2001). A cognitive-behavioral model of pathological Internet use,  Computers in Human Behavior, V. 17, pp. 187-195
·         Jackson, A.L. (2012). Digital Divides, Encyclopedia of Edolescence, part 4, pp. 701-714
 ·         Lechner, N. (1996). ‘La transformación de la política’. Revista Mexicana de Sociología , LVI11(1): 5–17 in Vargas V. (2003): Feminism, globalization and the global justice and solidarity movement, Cultural Studies, V.17, issue 6, p. 907
·         Le Thanh Khoi (1981). L’ education Comparee. Paris, ed. Armand Collin, in Καλογιαννάκη Π. (1998) Προσεγγίσεις στη Συγκριτική Παιδαγωγική, Αθήνα, εκδ. Μ. Γρηγόρη, σ. 74
·         Norris, P. (2001). Digital divide: Civic engagement, information poverty, and the Internet worldwide. New York: Cambridge University Press. p.p. 5-27
·         Nussbaum, M. (1996). For love of my Country: Debate and limits of patriotism. Boston:Beacon Press in  Κοκκονός, Α.Δ. (2010). Για την εκπαίδευση του κοσμοπολίτη: Οι περιπτώσεις Τagore και Νassbaum και ο παγκοσμιοποιημένος εαυτός. Επιστημονικό Βήμα, τ. 14, Δεκέμβριος, σ. 266.
·         Pike, G. (2000). Global Education and National Identity: Ιn Pursuit of Meaning, Theory Into Practice, V. 39, issue 2, pp. 64-73
·         Ryan, M.L. (2001). "Narrative as Virtual Reality: Immersion and Interactivity in Literature and Electronic Media, Johns Hopkins University Press, Baltimore,  p.23.
·         Powell, A.C.III (2001) Falling for the gap: whatever happened to the digital divide? In: Compaine BM (ed) The Digital divide: facing a crisis or creating a myth?. MIT Press, Cambridge, pp 309–314
·         Schukar, R. (1993). Controversy in global education, Lessons for teachers educators. Theory into practice V 32, pp. 52-57
·         Truan, F. (1993). Addiction as a social construction: A postempirical view. J. Psychol. V. 127, issue 5 pp. 489–499.
·         Waterman, P. (2001). Globalization, Social Movements and the New Ιnternatio-nalisms. London and Washington: Mansell in Vargas V. (2003): Feminism, globalization and the global justice and solidarity movement, Cultural Studies, V.17, issue 6, pp. 906

Δεν υπάρχουν σχόλια: