Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Η νύφη φορούσε μαύρα της Σόφης Θεοδωρίδου

  1. Η νύφη φορούσε μαύρα της Σόφης Θεοδωρίδου

    “Με ανέλπιστα και φοβερά πράγματα οι θεοί υφαίνουν τη ζωή μας. Εκείνα που ήταν για να γίνουν δεν έγιναν ποτέ. Κι αυτά που γίνονται δεν ήταν για να γίνουν”, αναφέρει ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης στη Μήδεια, και αυτή είναι κατ’ ουσίαν η πρώτη ύλη, η ιδέα που μετουσίωσε η συγγραφέας σ’ αυτό το έξοχο μυθιστόρημα, του οποίου η δυναμική του είναι τέτοια ώστε πετυχαίνει τον απώτερο στόχο κάθε λογοτεχνήματος: να επεκταθεί και να ξεπεράσει τα όρια μιας απλής αφήγησης, μεταδίδοντας στα συναισθήματα και τις κεραίες της ψυχής του αναγνώστη ένα πολυσήμαντο μήνυμα.
    Τέσσερις είναι οι ηρωίδες της συγγραφέως, παρότι σ’ ένα πρώτο επίπεδο ίσως κάποιος αντιδράσει και πει ότι βασική ηρωίδα είναι μόνο μία: Η πρασινομάτα Ανδριανή είναι η πρώτη, που έρχεται ολομόναχη στην Ελλάδα μετά από τη μικρασιατική καταστροφή, αναζητώντας μια νέα μοίρα και μια νέα πατρίδα ύστερα από την ορφάνια της και την απώλεια του πρώτου της άντρα.
    Η δεύτερη ηρωίδα είναι η ίδια η Ελλάδα και τα δεινά της από το 1922 έως τη Δικτατορία του 1967. Σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια ζωής καταγράφονται στις σελίδες αυτού του πολυδιάστατου βιβλίου, της ζωής της Ανδριανής, της ζωής της ταλαιπωρημένης και φοβισμένης Ελλάδας, της ζωής των απλών ανθρώπων που, χωρίς να έχουν φταίξει σε τίποτα, δέχονται πάντα τις συνέπειες αλλότριων αποφάσεων.
    Τρίτη ηρωίδα, είναι η Μοίρα, και μάλιστα η μία εκ των τριών, η Άτροπος, αυτή που κόβει τα νήματα της ζωής των ανθρώπων αναπάντεχα, προκαλώντας ιστορίες που ούτε η πιο εμπνευσμένη φαντασία δεν μπορεί να συλλάξει.
    Τελευταία ηρωίδα, είναι η γυναίκα, η κάθε γυναίκα, που βιώνει τον αντίκτυπο κάθε εποχής και σηκώνει το βάρος του συστήματος αξιών που διαμορφώνεται κάθε φορά. Είναι η γυναίκα που γεννά κάτω από αντίξοες συνθήκες, που δεν ορίζει ούτε τον ίδιο τον εαυτό της, που μένει στο σκοτάδι του αναλφαβητισμού σκόπιμα, για να μην σηκώσει κεφάλι στον άντρα αφέντη, η γυναίκα που αρχικά δεινοπαθεί κάτω απ’ τον ίσκιο των πεθερικών για να ζυμωθεί μ’ αυτή την αδυσώπητη τάξη πραγμάτων και να ενσωματωθεί σ’ ένα σύστημα που αρχικά την αδικεί.

    Οι τέσσερις αυτές ηρωίδες, η πρώτη η εμφανής και οι τρεις οι άλλες, αφανείς μεν αλλά έντονα παρούσες, προσδιορίζουν αυτόματα και τα τέσσερα από τα πέντε επίπεδα ανάγνωσης του μυθιστορήματος.
    Το πρώτο επίπεδο του βιβλίου όπως πάντα, είναι η ιστορία του, η αφήγηση. Σεπτέμβρης του ’22 και η Ανδριανή, που όριζε το πεπρωμένο της να πονέσει σαν γυναίκα και να δουλέψει σαν άντρας ερχόμενη στην Ελλάδα, κουβαλώντας στην ψυχή της το ριζικό της γυναικείας της φύσης και τα βάσανα της καταπονημένης της γενέτειρας, φτάνει ξεριζωμένη από τον Πόντο για να παιδευτεί ώσπου να ριζώσει στην κατ’ ευφημισμό στην αρχή πατρίδα. Πεντάρφανη και ολομόναχη, χήρα για την ακρίβεια, βρίσκει αποκούμπι στην οικογένεια μιας ηλικιωμένης Πόντιας που την αγκαλιάζει σαν δική της κόρη. Ένα τυχαίο περιστατικό, καθ’ οδόν για το Καραβάν Σαράι, ένας τοκετός, τη φέρνει κοντά με την Ατροπία, μια γερόντισσα που γνωρίζει τις θεραπευτικές ιδιότητες των βοτανιών και την τέχνη της μαίας και καθορίζει τον προορισμό και τα όνειρα της Ανδριανής για τη ζωή της.
    Στο ξεδίπλωμα του χρόνου, με τις ανταλλαγές των πληθυσμών, θα εγκατασταθεί σ’ ένα πρώην μουσουλμανικό χωριό της Μακεδονίας, κι εκεί η ψυχή της θα αρχίσει να βγάζει δειλά δειλά ρίζες στο νέο τόπο και θα στεριώσει στο νέο τόπο. Στο στέριωμα τούτο όμως θα συμβάλλει και ο έρωτας. Ένας έρωτας σαρωτικός που θα εισβάλει στην ψυχή της με την πρώτη ματιά, σε μια στιγμή που η ίδια ήταν ανέτοιμη να τον δεχτεί. Κι όταν το μοίρασμα της γης, επιβάλλει στη λογική να αποφασίσει ένα ζευγάρωμα μόνο και μόνο για να μπορέσει ο Άρης, ο γιγαντόσωμος συμπατριώτης της να βρει έναν τρόπο επιβίωσης καλλιεργώντας τη γη, τότε βρίσκει ευκαιρία και ο έρωτας να περιβληθεί το πρόσχημα της ανάγκης και να ανθήσει μέσα στις μαραμένες ψυχές των δύο ηρώων. Μες στο Καραβάν Σαράι, η καρδιά της θα φτερουγίσει παράταιρα μόλις αντικρίζει εκείνον τον άντρα, που είναι ωστόσο κι αυτός θύμα των σκουριασμένων αντιλήψεων της εποχής. Αυτός ο γάμος θα σημαδέψει καταλυτικά την ψυχή και το μέλλον της και θα καθορίσει την πορεία της στην Ελλάδα.
    Η ζωή τους, καθώς ξεκινάει μες στο πένθος για τους ανθρώπους που ήδη έχουν χάσει, έχοντας και οι δυο αφήσει πίσω μνήμες και συντρόφους, δεν είναι σπαρμένη με ροδοπέταλα. Ιδίως της Ανδριανής που μπορεί μέσα στην αγκαλιά του Άρη να βρήκε το πάθος και την προστασία που γύρευε, όμως μαθημένη διαφορετικά καθώς ήταν, ως κοπέλα από μορφωμένη Κωνσταντινουπολίτικη οικογένεια, αδυνατεί να υποταχθεί στην τουρκική νοοτροπία της υποβαθμισμένης και ταπεινωμένης νύφης μπρος στα προστάγματα των πεθερικών. Έτσι, η νέα ζωή της είναι μια αντίφαση συνεχής ανάμεσα στην αγάπη και την υποταγή, το πάθος και την ταπείνωση, τον έρωτα και την οδύνη.
    Η δεύτερη ηρωίδα, η Ελλάδα, σηματοδοτεί το δεύτερο επίπεδο του βιβλίου. Πρόκειται για μια Ελλάδα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της Ανδριανής. Τσακισμένη, πονεμένη, καταρρακωμένη από αφέντες που έρχονται και φεύγουν ρουφώντας κάθε φορά το μεδούλι της. Και ως Ελλάδα δεν εννοώ την περιχαρακωμένη στα στενά όρια του τότε χάρτη ελληνική επικράτεια αλλά και όλους εκείνους τους τόπους που αντηλλάγησαν με τη συνθήκη της Λωζάνης και μαζί όλους τους ανθρώπους που διώχθηκαν απ’ την ελληνική τους γη με την ανταλλαγή των πληθυσμών, υποχρεωμένοι να ξεριζώσουν κι αυτοί με τη σειρά τους από τα μέρη όπου ζούσαν ως τότε τους μουσουλμάνους της Ελλάδας.
    . Η συγγραφέας με γλαφυρό και παραστατικότατο τρόπο πετυχαίνει να δώσει την προσαρμογή των προσφύγων στην Ελλάδα με μοναδική μαεστρία, παρακολουθώντας την βήμα προς βήμα, καθώς το παλιό μουσουλμανικό στοιχείο αντικαθίσταται από το χριστιανικό και η επαφή των δυο λαών αποδεικνύει ότι οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν τίποτε να μοιράσουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά στη σελίδα 55:
    «Σήκωσε το χέρι κι έδειξε στον Κωσταντή το τζαμί, κι εκείνος, κρύβοντας την ανακούφισή του που δεν χρειάστηκε να λογοφέρει με κανέναν, γύρισε και είπε στους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν. Σφίγγοντας στην αγκαλιά τους τα φτωχικά τους πράγματα σαν να ήταν ο πολυτιμότερος θησαυρός του κόσμου, οι πρόσφυγες τον ακολούθησαν. Λίγο μετά, μισοκρυμμένος ανάμεσα στα πυκνά δέντρα, ξεπρόβαλε ο μιναρές του τζαμιού, άφαντος μέχρι εκείνη τη στιγμή, σαν να ήθελαν κάποιοι να τον κρύψουν από τα μάτια των αμύητων. Μα εκείνος, πανύψηλος, σαν δάχτυλο που έδειχνε κάποιον στον ουρανό, κάποιον που δεν επιτρεπόταν κανείς να αμφισβητήσει, έκανε φανερή την ύπαρξή του αγνοώντας τα πελώρια δέντρα. Χαμηλότερα, ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων, διακρίνονταν οι τοίχοι του τζαμιού ασβεστωμένοι και απρόσμενα καλοχτισμένοι. Κάτω από τη σκέπη ενός Θεού, διαφορετικού από τον δικό τους, οι ταλαιπωρημένοι εκείνοι άνθρωποι άπλωσαν για άλλη μια φορά τα απομεινάρια της προηγούμενης ζωής τους».
    Όμως, η αναφορά της συγγραφέως στα δεινά της Ελλάδος, δεν σταματά στην προσαρμογή των προσφύγων στην Ελλάδα, αλλά και στην μετέπειτα πορεία τους στον Ελλαδικό χώρο, καθώς ζυμώνονται με τα νέα ιστορικά γεγονότα, της δικτατορίας του Μεταξά, του β’ παγκοσμίου πολέμου, της γερμανικής κατοχής, του εμφυλίου σπαραγμού και της δικτατορίας του 1967.
    Πέρα από τον αντιμιλιταριστικό χαρακτήρα του έργου, πέρα από τα σαφέστατα όρια που θέτει η συγγραφέας ανάμεσα στην πολιτική απόφαση των ιθυνόντων και την πολιτική σκέψη των απλών, καθημερινών ανθρώπων, τα οποία σκιαγραφεί μέσα από απλές, λιτές συζητήσεις που αποδίδουν ωστόσο στο έπακρο την τραγικότητα των αλλότριων συμφερόντων που καθορίζουν τις ζωές και τις μοίρες του κόσμου, η Σόφη Θεοδωρίδου, σ’ ένα τρίτο επίπεδο επιχειρεί και πετυχαίνει να κάνει μια βαθιά τομή στην μορφή της κοινωνίας και των ηθών εκείνης της περιόδου και αναφέρεται στις ηθογραφικές δομές της εποχής.
    Ο ρόλος και η δεσπόζουσα παρουσία της πεθεράς, της μητέρας του άντρα μέσα στην οικογένεια περιγράφεται και προβάλλεται με τέτοιο τρόπο, ώστε καταδεικνύεται αφενός μια σκοτεινή πατριαρχία που καταδυναστεύει τη γυναίκα κάνοντάς την να οικτίρει το ίδιο της το φύλο, και αφετέρου υπογραμμίζει την ανοχή της γυναίκας απέναντι σ’ αυτά τα δεινά λόγω του αναλφαβητισμού που τη μαστίζει.
    Η Ανδριανή δεινοπαθεί μες στο ίδιο της το σπίτι από τα πεθερικά της γεγονός όμως που τη διαποτίζει υποσυνείδητα με την ανάγκη να ανταποδώσει την πικρία αργότερα, στη δική της νύφη και να αργήσει δυστυχώς να συνειδητοποιήσει, παρά το σαφώς καλύτερο δικό της μορφωτικό επίπεδο, το μέγα σφάλμα που είχε διαπράξει σε βάρος της νύφης της, της Νεφέλης. Όσο κι αν η Ανδριανή, εξαιτίας του ανοιχτόμυαλου πατέρα της και των γραμμάτων που γνωρίζει, νιώθει την αδικία να την πνίγει για τα δεινά του γυναικείου φύλου, υπομένει στην αρχή στωικά τα πάντα για χάρη της αγάπης.
    Με την πάροδο του χρόνου όμως η Ανδριανή ατσαλώνεται από τα βάσανα και τις αδικίες που υπομένει μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα, και εμφανίζεται να αντιδρά και να πρωτοστατεί σε καίριες κοινωνικές αλλαγές όπως είναι η κατάκτηση της συμμετοχής των γυναικών στις δημοκρατικές εκλογές. Έτσι, η Σόφη Θεοδωρίδου εύσχημα πετυχαίνει να δώσει το στίγμα της μετάβασης σε μια νέα εποχή, όπου ο σκοταδισμός για τη γυναίκα μετράει τις τελευταίες του μέρες.
    "Μη δέχεσαι από κανέναν να σου φέρεται σαν να ‘σαι σκουπίδι, επειδή είσαι κορίτσι. Όλοι άνθρωποι του Θεού είμαστε, μην το ξεχνάς αυτό!» Η Ανδριανή αυτή τη φράση του πατέρα της τη διαφύλαξε σαν κόρη οφθαλμού, παρότι υπήρξαν στιγμές που αναγκάστηκε να υποκριθεί ότι την ξέχασε, όπως κάθε άνθρωπος που ζυμώνεται σε συνθήκες πνευματικού σκοταδισμού και παιδεύεται να επιβιώσει. Η συγκομιδή ιδεών που άλλες ακροθιγώς αναφέρονται μέσα στο έργο και άλλες αποδίδονται αναλυτικά, ομολογουμένως δεν έχει τελειωμό και είναι πλουσιότατη. Τίποτε όμως; δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν η Σόφη Θεοδωρίδου δεν διέθετε το ιδιαίτερο χάρισμα που απαιτείται για να μετατρέψει κάποιος την ιδέα σ’ ένα ευχάριστο λογοτεχνικό ανάγνωσμα και την ιστορία από ξύλινα λόγια σε ζωντανή πραγματικότητα.
    Η αφήγηση της συγγραφέως είναι γραμμική, γεγονός που καθιστά το έργο ιδιαίτερα εύληπτο. Το κείμενο διαθέτει μια ιδιαίτερη ταχύτητα στην πλοκή του ώστε η γρήγορη εξέλιξη δεν κουράζει καθόλου τον αναγνώστη και διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του. Η ιστορική πληροφορία και λεπτομέρεια είναι τόσο καλά ζυμωμένη και συνυφασμένη με την πλοκή ώστε ούτε μια στιγμή δεν υποβάλλει τον αναγνώστη στην ανία που προκαλούν κάποια ιστορικής υφής αναγνώσματα. Η λεπτομέρεια χρησιμοποιείται όπου αυτή μπορεί να βοηθήσει την τραγική ένταση και να ρίξει φως στην αποσαφήνιση των συνθηκών της ζωής ή της ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων.
    Υπάρχει μια αρμονία και ένας εσωτερικός ρυθμός στην ανάπτυξη τόσο των σκέψεων και των συναισθημάτων όσο και των περιγραφόμενων εξωτερικών γεγονότων καθώς και του περιβάλλοντος ώστε όλα αυτά τα στοιχεία εναρμονισμένα συνάδουν ότι πρόκειται για ένα μεστό και άρτιο λογοτεχνικό έργο. Ο λόγος είναι μακροπερίοδος, αλλά αυστηρά ελεγχόμενος, διανθισμένος με μεταφορές και παρομοιώσεις οι οποίες όμως ακολουθούν την αρχή του μέτρου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές που αναφέρονται στα καιρικά φαινόμενα και τα οποία παραλληλίζονται με τις ψυχολογικές καταστάσεις των ηρώων, όπως επίσης και οι περιγραφές των τοκετών που περιγράφονται στο βιβλίο. Θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω τον όρο «ευρηματική λιτότητα» χαρακτηρίζοντας το ύφος και τη γλώσσα της συγγραφέως υποκλινόμενη ιδίως στη σκηνή της σελίδας 299 που αναφέρεται στην ενθρόνιση της εικόνας της Παναγίας στη σπηλιά και στην οποία η περιγραφή καταφέρνει να αποδώσει άψογα το θρησκευτικό αίσθημα των προσφύγων.
    Καθώς διάβαζα το βιβλίο, ένιωσα αρκετές φορές την αφήγηση να με αγγίζει απαλά και γλυκά σαν παραμύθι και άλλοτε πάλι να δίνει γερές γροθιές στην εθνική μου συνείδηση, επίτευγμα πραγματικά της πληθωρικότητας και της ποικιλομορφίας των εκφραστικών μέσων της συγγραφέως. Οι πινελιές της ποντιακής διαλέκτου εντείνουν τη συγκίνηση και δίνουν χρώμα στο γλωσσικό ύφος του μυθιστορήματος.
    Κράτησα για το τέλος την αναφορά μου στην Ατροπία, την οποία θεωρώ ως το μεγαλύτερο εύρημα της Σόφης Θεοδωρίδου. Πρόκειται για μια γοητευτική προσωπικότητα, που ως ηρωίδα διαθέτει μεταφυσικές και παραμυθικές ιδιότητες και βάζει με τον αποφθεγματικό της λόγο τον αναγνώστη να σκεφτεί σε βάθος την αληθινή ουσία της ζωής. Οι πρόσφυγες του ’22 απέδειξαν περίτρανα όπως πολύ επιτυχώς πρόβαλε τον αγώνα τους η Σόφη Θεοδωρίδου ότι δειλοί δεν υπήρξαν ποτέ, ό,τι μπόρεσαν έκαναν» όπως αναφέρει και ο Ανρί Μισό.
    Όπως ό,τι καλύτερο μπορούσε, έκανε και η συγγραφέας σ’ αυτό το μυθιστόρημα ώστε να πετύχει αυτό το άρτιο ιστορικά, τεχνικά, δομικά και γλωσσικά αποτέλεσμα, αναδεικνύοντας το έργο της σ’ ένα φόρο τιμής στον πληγωμένο Πόντο. Το έργο της μας θυμίζει ότι δεν πρέπει ποτέ να στρέφουμε το βλέμμα προς την Ανατολή με νοσταλγία, πόνο οργή και στοργή για τις χαμένες πατρίδες.
    Καλή ανάγνωση σε όλους και καλοτάξιδο!








3 σχόλια:

Smaragdenia είπε...

Ναναι καλοτάξιδο κι ευλογημένο.

Σόφη Θεοδωρίδου είπε...

Αν θέλεις πίστεψέ το, Πασχαλία μου, αλλά μόλις σήμερα ανακάλυψα το κείμενο στο blog σου, το οποίο είναι αυτό που έκανες στην παρουσίαση της 'νύφης' μου. Θέλω να σε ευχαριστήσω για άλλη μια φορά για τη συμμετοχή σου στην παρουσίαση, την τόσο διεισδυτική ματιά σου και για τα καλά σου λόγια, όπως και για το γεγογός πως έκανες τούτη την ανάρτηση. (Μην ξαφνιάζεσαι για την αργοπορία μου, δεν έχω μάθει ακόμα να χειρίζομαι όλα αυτά, blogs κλπ...)

Πασχαλία Τραυλού είπε...

Σόφη μου, να είσαι καλά. Δεν σε παρεξηγώ γιατί πολύ απλά κι εγώ έκανα καιρό να εξοικειωθώ με τα ηλεκτρονικά μέσα. Να είσαι καλά και να μας ετοιμάζεις πάντα τόσο αξιόλογες και αξιοπρεπείς λογοτεχνικά δουλειές.