Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Παιχνίδια ζωής της Πένυς Παπαδάκη

Παιχνίδια ζωής της Πένυς Παπαδάκη

«Βρε καλώς το! Να το πάλι αυτό το εσωτερικό καμπανάκι. Τι παράξενο στ’ αλήθεια! Είκοσι χρόνια τώρα, κι ακόμη χτυπάει στην ώρα του. Πάντα στην ώρα του και πάντα επώδυνα. Δεν χρειάστηκε να βάλω ούτε μια φορά μπαταρίες ή να το αποθηκεύσω στον σκληρό δίσκο της μνήμης μου»
Μ’ αυτή την ανατρεπτική εισαγωγή η Πένυ μας καλωσορίζει στη νέα κατάθεση της ψυχής της για να μας ξεναγήσει αβίαστα στις πληγές ανθρώπων της διπλανής πόρτας που μπορεί κάλλιστα να είναι και δικές μας πληγές. Κι ενώ η εισαγωγή αυτή είναι γραμμένη για να αναφερθεί στη μνήμη που δεν αλλοιώνεται και δεν θολώνει όταν αφορά ανθρώπους αγαπημένους που έχουν ανεπίστρεπτα χαθεί από τη ζωή μας, θα έλεγα ότι η φράση ταιριάζει γάντι και στο καλωσόρισμα της μοναδικής έμπνευσης που είχε για να γράψει αυτό το βιβλίο που με εξέπληξε εξαιρετικά ευχάριστα ώστε ήδη να αναζητήσω και τα προηγούμενα βιβλία της, τις προηγούμενες κι ευτυχώς πλούσιες καταθέσεις της δημιουργικής της ψυχής. Με το ζεϊμπέκικο της Κατίνας, το Αντίο, φιλενάδα και το Φως στις σκιές η Πένυ Παπαδάκη έχει δώσει ήδη τα διαπιστευτήριά της στο χώρο της λογοτεχνίας κι επιπλέον έχει διαμορφώσει την λογοτεχνική της ταυτότητα που χαρακτηρίζει τα έργα της ως κοινωνικά μυθιστορήματα, έργα που αφουγκράζονται τα κοινωνικά προβλήματα και τους ενδόμυχους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο το πρώτο πράγμα που κατανοεί κανείς μετά το πέρασμα των πρώτων είκοσι σελίδων που απ’ την αρχή σε αρπάζουν και σε κρατούν αιχμάλωτο της υπόθεσής του είναι ότι δεν πρόκειται για ένα ανάλαφρο βιβλίο με το οποίο θα διασκεδάσει απλώς διαβάζοντας μια ιστορία, αλλά θα ψυχαγωγηθεί με όλη τη σημασία της λέξης, θα βγει πλουσιότερος σε ερεθίσματα στοχασμού και θα αναμετρηθεί με αλήθειες που συνήθως φοβάται να αντιμετωπίσει.
Κορωνίδα των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται η πληθωρική πένα της Πένυς και συνάμα η δαιδαλώδης σκέψη της όπως αποδεικνύεται από την πολυσχιδή προσέγγιση των χαρακτήρων και των ιστοριών που πλάθει, είναι η απώλεια της Ελπίδας, της αδερφής της Νίκης που είναι η βασική ηρωίδα του έργου της. Τυχαία άραγε η επιλογή των ονομάτων; Το ένστικτό μου, το συγγραφικό μου δαιμόνιο αλλά η φιλολογική παράδοση κραυγάζουν πως όχι. Η απώλεια της Ελπίδας, είμαι σίγουρη ότι σηματοδοτεί και το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του έργου της Πένυς. Η απλή, καλοσυνάτη Νίκη που παίζει το παιχνίδι της ζωής μ’ έναν έξυπνο και απόλυτα αυθεντικό τρόπο, αγαπώντας τους ανθρώπους της και συνάμα τους ανθρώπους στην ολότητά τους, που ξέρει να χαρίζεται γνωρίζοντας ότι μόνο μέσα από την προσφορά στους άλλους θα εισπράξει και η ίδια το αντιστάθμισμα της αγάπης που θα της επιτρέψει να αισθανθεί το άγγιγμα της ευτυχίας, μετά από είκοσι χρόνια που έχει χάσει την αδερφή της, συνεχίζει να την χρειάζεται και να την κρατάει απεγνωσμένα δέσμια στη μνήμη της. Εκπληκτικό το εύρημα της συγγραφέως η Ελπίδα να υπάρχει και μετά το θάνατό της, να συνομιλεί με την κεντρική ηρωίδα, να τη στηρίζει μ’ έναν παράδοξο μεταθανάτιο τρόπο.
«Η Ελπίδα ήταν μια αστείρευτη πηγή ενέργειας. Θετική και συμπονετική. Σαν Βέγγος έτρεχε. Σε όλους έτρεχε. Αγαπούσε τα παιδιά τους γέρους, τους ανήμπορους. Αγαπούσε τους μετανάστες, τους φτωχούς, τους παρανόμους. Κι αυτή η γνώση της μου μεταδόθηκε σαν μετάγγιση ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Είναι αλήθεια ότι μέχρι τότε ήμουν στεγνή από συναισθήματα. Καλή από συνήθεια. Αγαπούσα και πονούσα επιδερμικά».
Καταλύτης ο θάνατος! Ενεργοποιεί κρυμμένες δυνάμεις, οδηγεί τον πονεμένο να πατήσει στα αχνά χνάρια της ψυχής του νεκρού, να τον ακολουθήσει, να ανταμώσει την ουσία του έστω και μετά θάνατον, να καλύψει την απώλειά του με τη βαθειά γνώση των ιδεών που εκείνος πίστευε. Αυτό κάνει και η Νίκη. Ο πόνος της ανασταίνει ψηφίδα ψηφίδα την ψυχή της Ελπίδας μέσα απ’ τις χαμένες ελπίδες άλλων ανθρώπων που καταφέρνει η ίδια να αφυπνίσει. Μέσα από τους ήρωες που η Πένυ πλάθει προκειμένου να διδάξουν την Νίκη ότι οι ζωντανοί έχουν χρέος προς τους νεκρούς να συνεχίζουν τις ζωές τους και όχι να μένουν προσκολημμένοι στο παρελθόν. Φτιάχνει λοιπόν σαν γαΪτανάκι μια πλειάδα άλλων ηρώων με συγκεκριμένο προορισμό ο καθένας και με συγκεκριμένο κοινωνικό πυρήνα ως ακρογωνιαίο λίθο στην οικοδόμηση του χαρακτήρα του. Και οι ήρωες αυτοί αβίαστα, μέσα από το προσωπικό του δράμα ο καθένας, μέσα από τη σιωπή του ή από τα λόγια του, μιλούν και αβίαστα προβληματίζουν, διδάσκουν. Όχι μόνο τη Νίκη αλλά όλους μας. Είναι εντυπωσιακή η δυναμική των απλών αυτών φαινομενικά ηρώων καθώς η περιεκτική περιγραφή της ζωής τους, διαμορφώνει αυτόματα μια ιστορία και μια πλοκή όπως μόνο η ίδια η ζωή ξέρει να την γράφει και να την σκηνοθετεί.
Πρώτος και καλύτερος ο Γιώργος. Ο σύντροφος. Το λιμάνι της, το στήριγμά της, ο εξισορροπιστής σε κάθε της ανησυχία, αυτός που τη συντρέχει και γίνεται το δίχτυ ασφαλείας της στα δύσκολα. Αυτός που ξέρει να σιωπά και να μιλά όταν πρέπει και συνάμα διαβάζει φαρσί τον κάθε μορφασμό και την κάθε σιωπή των ματιών της. Ο πρωτεργάτης της ευτυχίας της που μαζί με τα δυο της παιδιά αποτελούν το πάνθεο της ευτυχίας της και συνάμα το πρότυπο, το υπόδειγμα μιας οικογένειας όπως σήμερα θα πρέπει να είναι για να μπορεί ο θεσμός του γάμου να επιτελεί τον προαιώνιο στόχο του, την ασφάλεια και την αγάπη που οφείλουν να δένουν τα μέλη κάθε οικογένειας. Μέσα σ’ αυτή την ασφαλή πραγματικότητα η Νίκη έχει το περιθώριο να κάνει τις προσωπικές της αναζητήσεις για τον προορισμό και το νόημα της δικής της ζωής, να αναμετρηθεί με τα φαντάσματά της, να ψάξει τις λύσεις της. Κάποιες φορές χάνεται ακόμη και με την πυξίδα αυτής της αγάπης. Απομακρύνεται για λίγο προκειμένου να επιστρέψει πιο αφοσιωμένη από ποτέ στους ανθρώπους που μέσα της ξέρει καλά ότι είναι οι μόνοι που έχουν τη δύναμη να ζωντανεύουν για χάρη της το όνειρο της αγάπης. Ο θεσμός της υγιούς οικογένειας λοιπόν παίρνει σάρκα και οστά και από ιδέα γίνεται πράξη από την πένα της Πένυς για να καθοδηγήσει τον αναγνώστη να αναζητήσει τα δικά του στεγανά μέσα στην οικογένεια, να αναζητήσει τρόπους εξισορρόπησης του θεσμού, μέσα στις νέες κοινωνικές δομές και τις απειλές που αντιμετωπίζει. Σε κάθε άγγιγμα του οικογενειακού θεσμού διακρίνει κανείς και μια νοσταλγία για την πατρική της οικογένεια, εκείνη που πάντα αποτελεί το φάρο για τη διαμόρφωση της επόμενης.
Μια απλή φράση αποτελεί το μήνυμα και συνάμα το κλειδί της κατανόησης τα πρόθεσης της συγγραφέως.
«Έτσι με φωνές, με βρισιές, αγάπες κρυφές και φανερές, μυρωδιές κι αρώματα, ζούσαμε. Ζούσαμε αληθινά και όμορφα. Τα σποράκια, η πορτοκαλάδα, το υποβρύχιο, όλη η γειτονιά κι αυτή η απέραντη αδελφική αγάπη μας έκαναν παρέα... Από την κουζίνα έφτανε η μυρωδιά από τα κεφτεδάκια που τηγάνιζε η μάνα. Στα μεγάλα κέφια ανοίγαμε και καμιά μπύρα παγωμένη και νιώθαμε πλούσιοι».
Δεύτερη ηρωίδα η Νανά Πουκτσιάτζε. Η μετανάστρια που ήρθε με τον άντρα της και τα τέσσερα παιδιά της από τη Γεωργία, η γυναίκα στης οποίας το πρόσωπο συναιρείται ο πόνος, η ανασφάλεια, ο φόβος του ξεριζωμού, της ξενιτιάς, της ξενηλασίας που υπομένουν όσοι πέφτουν στην ανάγκη να αναζητήσουν τη μοίρα τους σε μια ξένη πατρίδα. Γνωρίζει αυτά τα συναισθήματα ο Έλληνας, χρόνια μετανάστης και ο ίδιος στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα όμως συχνά ξεχνά ή απωθεί αυτές τις μνήμες συμπεριφερόμενος το ίδιο σκληρά στους σύγχρονους μετανάστες. Η Νανά είναι μια μετανάστρια όμοια με την Ελπίδα που μετανάστευσε αναζητώντας τη μοίρα της στην Γερμανία. Η καρδιά της Νίκης σφίγγεται παρατηρώντας την τύχη, την αξιοπρέπεια και τη μελαγχολία αυτής της γυναίκας επειδή πιο καθαρά από ποτέ τώρα συνειδητοποιεί και αποκωδικοποιεί τα λόγια και τα βλέμματα της δικής της αδερφής, της Ελπίδας όταν ζούσε στα ξένα.
«Εμείς δεν είχαμε ούτε σακουλάκια με σταφίδες ούτε ρούχα όταν ήρθαμε στην Ελλάδα. Και κανένας δεν μας περίμενε» είπε η Νανά και με επανέφερε στο παρόν. «Παράνομα μπήκαμε στη χώρα μας, μα τι να κάναμε σε μια πατρίδα χωρίς αύριο για τα παιδιά μας. Τα παιδιά φοβούνται, στη χώρα μου έχουμε συνέχεια φασαρίες. Μα κι εδώ πάντα θα φοβόμαστε στην απέλαση. Κι ούτε διακοπές ξέρουμε. Μόνο δουλειά, δουλειά, δουλειά. Δεν πειράζει όμως. Δουλειά να έχουμε και δεν θέλουμε τίποτε άλλο. Δεν θα ήταν όμως πιο καλά να είχαμε κι αγάπη; Δεν είναι κρίμα που για λίγους κακούς ανθρώπους που κάνανε κακό σε Έλληνες να την πληρώνουμε όλοι;»
Απλό το ερώτημα αλλά βαθύ, σαν μαχαίρι που βυθίζεται απευθείας στην καρδιά. Να ‘χαμε κι αγάπη... Αυτή την αγάπη η Νίκη πετυχαίνει να τη δώσει στην Νανά, νιώθοντας ίσως ότι τη δίνει μ’ ένα μυστηριακό τρόπο στη χαμένη μετανάστρια αδερφή της, όχι με την μορφή μιας κακοφορμισμένης ελεημοσύνης – εξάλλου η Νανά σπρώχνει τη χούφτα με τα χρήματα, ποτέ της δεν θα τα δεχόταν – αλλά μιλώντας μαζί της, ακούγοντάς την, αφουγκραζόμενη τον πόνο της και λέγοντας κι εκείνη τον δικό της, κάνοντάς την να αισθανθεί ισότιμη σ’ αυτό το αλισβερίσι της αγάπης, μιας και η Νανά μπορεί να μην καταλάβαινε καλά τη γλώσσα αλλά καταλάβαινε το δάκρυ στα μάτια. Με τη Νανά της η Πένυ κατορθώνει να μιλήσει με τη δεινή και διεισδυτική συνάμα λιτότητά της για τα προβλήματα των μεταναστών, μια κοινωνική αλήθεια που πρέπει όλους να μας οδηγήσει στην αναζήτηση μιας δίκαιης στάσης απέναντι στον αγώνα και τη δυστυχία τους.
Ο κυρ Λεωνίδας, ο τρίτος ήρωας της Πένυς του οποίου η περιποίηση ανατέθηκε από ένα πρόγραμμα φροντίδας ηλικιωμένων στην Νίκη, υπάρχει για να υπενθυμίσει την ανάγκη της τρίτης ηλικίας για αγάπη, φροντίδα και συμπαράσταση.
«Είχε καταπέσει ο φουκαράς μετά το χαμό της κυρά του και ζούσε με την περιστασιακή φροντίδα των γειτόνων και της στρίγκλας της αδερφής του. Το σπίτι μύριζε κλεισούρα, βρομιά και απόγνωση. Μυρίζει η απόγνωση; Ναι, μυρίζει. Έχει τη δυσωδία της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. Την μπόχα της ανθρώπινης αδιαφορίας. Όσο είναι κανείς νέος, όλα τα αντέχει, νομίζει ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν. Μα σαν φεύγουν τα νιάτα, έρχεται ο φόβος».
Η Νίκη όρμησε σαν σίφουνας μέσα στη ζωή του και την ομόρφυνε μαθαίνοντας αβίαστα την ιστορία του γέροντα στην οποία η διεκδίκηση ενός σπιτιού η οποία παραμόρφωσε τη δεδομένη αδερφική του αγάπη με τη γυναίκα που εμφανιζόταν στο ακατάστατο σπιτικό του μόνο για να τον φαρμακώνει με τα λόγια της. Η Νίκη δέθηκε με τον κυρ Λεωνίδα κατορθώνοντας να διαβάσει μες στα βασιλεμένα μάτια του γέροντα την αγάπη που είχε αποθηκευμένη στην ψυχή του και το παράπονο που τον πλήγωνε για τη διαστρεβλωμένη σχέση του με την αδερφή του. Όμως η Πένυ Παπαδάκη δεν αρκείται να παρουσιάσει ξέθαθα και ανυπόστατα το χάσμα μεταξύ των δύο αδερφών. Η αλήθεια, σκληρή ίσως και αδυσώπητη κάποιες φορές, μετά το θάνατο του γέροντα αποκαλύπτεται. Η Πένυ με οπτική αντικειμενική απονέμει σε κάθε ήρωά της δικαιοσύνη και αναγνωρίζει τους λόγους εκείνης της ψυχρότητας μέσα από την ανάγκη μιας εκ βάθρων εξομολόγησης της αδερφής που συγκινεί, συγκλονίζει και προβληματίζει ξανά.
«Δεν υπήρξα καλή αδερφή. Ο παλιοχαρακτήρας μου φταίει αλλά τουλάχιστον έχω μάθει να μη μασάω τα λόγια μου. Το ξέρω ότι είναι αργά για να ζητήσω συγγνώμη από τον αδερφό μου, αλλά τον αγαπούσα. Όμως επειδή οι γονείς μας ήταν Μανιάτες, εκείνος επειδή ήταν αγόρι, έτρωγε το καλύτερο και το μεγαλύτερο κομμάτι από το κρέας, το γλυκό και την πίτα. Εγώ τα αποφάγια».
Πόσες φορές τα κοινωνικά ήθη είναι τα πρωταίτια για τις πιο μεγάλες κοινωνικές αδικίες; Η υπογράμμιση της Πένυς Παπαδάκη για άλλη μια φορά εύστοχη όσο και εύγλωττη. Όπως εύστοχη η έμμεση παρατήρησή της ότι η Νίκη κατακτά μια αίσθηση πληρότητας μέσα από την προσφορά της αγάπης.
Η μικρή Μαρία δεν είναι απλώς μια ακόμη ηρωίδα της συγγραφέως. Αυτή και η Ελισάβετ αποτελούν τους καταλύτες που πετυχαίνουν την μεταμόρφωση της ζωής του Στέλιου, του επιστήθιου φίλου του συζύγου της Νίκης, καθώς με το μήνυμα της αγάπης και το μήνυμα της συγχώρεσης και της μετάνοιας υποδεικνύουν τον τρόπο να τακτοποιεί καθένας μας τους ανοικτούς λογαριασμούς του με το παρελθόν.
Ταυτόχρονα όμως η Μαρία ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κοινωνικό κεφάλαιο και συνάμα ξύνει την πάντα αιμορραγούσα πληγή της ορφάνιας.
Η Νίκη εξομολογείται:
«Τα γελαστά μουτράκια στις φωτογραφίες που κοσμούσαν τους τοίχους του ιδρύματος δεν είχαν καμία σχέση με τα σκοτεινά και αγέλαστα ματάκια που με κοιτούσαν παγερά. Κάποιος είχε κλέψει το φως από τα μάτια τους. Κάποιος τους είχε κλέψει αυτό το γνώριμο γάργαρο γέλιο που δηλώνει την ξεγνοιασιά ενός παιδιού»/ Άκουσα τη διευθύντρια του ιδρύματος να λέει:
Ξέρεις ποιος είναι αυτός ο κάποιος; Ο άνθρωπος. Κι ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο γι’ αυτά τα παιδιά είναι ο ίδιος ο γονιός. Ποτέ δεν είναι εύκολη η απόρριψη. Και τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα όταν η απόρριψη αυτή έρχεται από τους ανθρώπους που αποφάσισαν για σένα χωρίς εσένα, να σε φέρουν στον κόσμο. Καλώς ήρθες στην ανθρώπινη κόλαση».
Το πέρασε κι αυτό το κατώφλι της κόλασης η Νίκη αναζητώντας τη γαλήνη του παραδείσου και τα κατάφερε ξανά. Έγινε η μεγάλη φίλη εκείνου του ξανθομάλλικου αγγέλου που στο πρόσωπό της έμαθε να εμπιστεύεται και να ονειρεύεται, χάρη στη Νίκη ο κόσμος του παιδιού απέκτησε χρώματα όμοια με εκείνα των πολύχρωμων μαρκαδόρων που της χάρισε. Και χάρη σε μια αυθόρμητη κίνηση αγάπης, η Νίκη εξασφάλισε σ’ αυτό το παιδί την ασφάλεια και τη σιγουριά μιας πατρικής φιγούρας που κι εκείνη με τη σειρά της ολοκληρώθηκε μέσα από την αγάπη και την αθωότητα αυτού του παιδιού, ξεχνώντας τις παλιές πληγές της. Από το σημείο αυτό οι ιστορίες αρχίζουν να αλληλοσυνδέονται και να αλληλεπιδρούν τόσο στη διαμόρφωση των συγκινήσεων των ηρώων όσο και στην κατάκτηση ενός υψηλού βαθμού αυτογνωσίας από μέρους τους.
Αυτή την αυτογνωσία και συνάμα την αυτοπεποίηση που επιβάλλεται να αναπτύξει κάθε ώριμος άνθρωπος για να προσφέρει στον εαυτό του τις ευκαιρίες που του αξίζουν στην ευτυχία φαίνεται ότι η Έφη, η επιστήθια φίλη της Νίκης και επόμενη ηρωίδα της Πένυς άργησε να την κατακτήσει. Χρειάστηκε να αφήσει τον εαυτό της πρώτα να τσαλαπατηθεί ψυχή τε και σώματι, να κακοποιηθεί βάναυσα από τον κατ’ ευφημισμό σύντροφό της έως ότου με τη συμπαράσταση της Νίκης, του Γιώργου και του Στέλιου να διαπιστώσει ότι μπορούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της και να διεκδικήσει ό,τι της ανήκε σ’ αυτή τη ζωή. Η Έφη είναι μια ηρωίδα σχεδόν τραγική. Τα χαρακτηριστικά της έχουν σφυρηλατηθεί με κάθε λεπτομέρεια και η περιγραφή των αντιδράσεών της στην κακοποίηση προκαλούν ρίγος. Η Πένυ μιλά ίσως για το πλέον απαράδεκτο κοινωνικό φαινόμενο που με ιδιαίτερη ένταση εμφανίζεται ακόμη στις μέρες μας, ίσως λόγω της σαφούς ανωτερότητας σε κάποιες περιπτώσεις των γυναικών έναντι των ανδρών μέσα σε κάποιους γάμους με αποτέλεσμα να προκαλούνται συμπλέγματα κατωτερότητας στο αντρικό φύλο. Το δίδαγμα σαφές: η αντίδραση και η εγκατάλειψη αυτών των προβληματικών καταστάσεων για τη διάσωση τόσο της αξιοπρέπειας του θύματος όσο και για τη διαφύλαξη της ψυχολογίας και της συναισθηματικής ακεραιότητας των παιδιών. Η Έφη, περνώντας μέσα από τη φωτιά και τους εφιάλτες της κακοποίησης, καταλήγει με το ευοίωνο μέλλον της, να αποτελεί μια ηρωίδα παράδειγμα για όσες γυναίκες βιώνουν ανάλογες καταστάσεις και μια φωνή στην ένοχη σιωπή αιώνων απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Μια σιωπή η οποία δεν αφορά μόνο τα θύματα αλλά και το πατρικό οικογενειακό περιβάλλον που συχνά γνωρίζει αλλά δεν στηρίζει και σε πολλές περιπτώσεις υποθάλπει τέτοια φαινόμενα.
Ο Στέλιος, ο επιστήθιος φίλος του Γιώργου, ο κουμπάρος στο γάμο του με τη Νίκη και συνάμα ο κρυφά ερωτευμένος με τη Νίκη, αρχίζει να ξεδιπλώνει τη δική του ιστορία και τους δικούς του ενδοιασμούς να διεκδικήσει την ευτυχία. Είναι πετυχημένος επαγγελματικά αλλά μόνος στη ζωή. Κάποτε εγκαταλείπεται από μια γυναίκα που αγάπησε και έκτοτε δεν επιχείρησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Τρόμαξε. Ολόκληρος άντρας γέμισε φόβους. Ή μήπως ξύπνησαν οι εφιάλτες από φόβους παλιούς; Δεν θα σας την αποκαλύψω φυσικά εγώ απόψε την απάντηση. Το μόνο που θα πω είναι ότι η Πένυ και μ’ αυτόν τον ήρωα καταφέρνει να μας κάνει να στοχαστούμε πόσο μεγάλη βαρύτητα έχουν τα τραύματα της παιδικής μας ηλικίας στην διαμόρφωση των κατοπινών μας αποφάσεων στη φάση της υποτιθέμενης ωριμότητας.
Αυτή την υποτιθέμενη ωριμότητα η Ελισάβετ, η άλλη γηραιά, κακότροπη και περίεργη ηρωίδα, ένας ηθικός και συναισθηματικός αντίποδας του κυρ Λεωνίδα, κατάφερε να την κατακτήσει λίγο πριν από το τέλος της. Το στήσιμο αυτού του χαρακτήρα πραγματικά με συγκλόνισε. Είναι μια γυναίκα από εκείνες τις λίγες που δεν θεωρούσαν προορισμό τους το γάμο και τη μητρότητα. Ήταν μια γυναίκα με μια αρσενική ελευθερία φωλιασμένη στην ψυχή της η οποία την έκανε να ασφυκτιά στους κοινωνικά αποδεκτούς γυναικείους ρόλους και που την οδήγησε σε μια ανώριμη ίσως επιλογή. Μια επιλογή που ήταν γραφτό της να της προσφέρει την ευκαιρία να απολαύσει όλα όσα ονειρευόταν σαν κοριτσόπουλο, έρωτα, δόξα, χρήμα, συγκινήσεις, καριέρα αλλά της κόστισε την ατροφικότητα ενός μέρους της ψυχής της, εκείνου που αναγκάστηκε να αφήσει πίσω σε μια τρυφερή ηλικία, ως αντάλλαγμα γ’ αυτή τη ζωή. Η Ελισσάβετ μοιάζει αρχικά με θύτη. Έναν εγωιστή, αδυσώπητο θύτη που στην πορεία του βιβλίου αποδεικνύεται ότι αυτή η επιθετικότητα είναι η μάσκα της ενοχής και της οδύνης της σε όλη τη διάρκεια της πολυκύμαντης ζωής της. Το τέλος ούτε στην περίπτωση της Ελισσάβετ θα το αποκαλύψω γιατί η γοητεία της πλοκής θα χαθεί και δεν θα σας στερούσα ποτέ την έκπληξη που η Πένυ Παπαδάκη αριστοτεχνικά σας έχει ετοιμάσει για το τέλος.
Οφείλω όμως να συμπληρώσω ότι τα Παιχνίδια ζωής με μια λεπτοδουλεμένη χρήση της γλώσσας που της προσφέρουν την αίσθηση της απλότητας αλλά σε καμία περίπτωση της απλοϊκότητας, είναι ένα αντικατόπτρισμα της κοινωνίας μας και μια επισήμανση της οπτικής με την οποία πρέπει να ατενίζουμε τη ζωή μας ώστε η κάθε Νίκη να ανταμώσει την Ελπίδα της και να αποδεσμευτεί από τους προσωπικούς δαίμονές της.
Πένυ, καλωσόρισες στην οικογένεια των εκδόσεων Ψυχογιός και όπως σου είπα και σε προσωπική μας επικοινωνία, χαίρομαι που είσαι κοντά μας, γιατί έχουμε να πούμε πολλά σε επίπεδο λογοτεχνίας και όχι μόνο.

2 σχόλια:

"ζαχαρούλα.." είπε...

το βιβλίο το διάβασα , αμέσως μετά την ανάρτηση της Λένας Μαντά για αυτό!!!!

βιβλίο που μένει βαθιά στην καρδιά όποιου το διαβάσει.. βιβλίο που δεν ξεφυλλίζεις, αλλά ρουφάς...

καλό μήνα, καλησπέρα!!

Γιώτα Φώτου είπε...

Καλήσπέρα Πασχαλία. Έχω πάρει το βιβλίο αλλά δεν το έχω διαβάσει ακόμα. Είναι ... μια περίοδος δύσκολη με τις εκδηλώσεις για τα παιδικά.
Φιλιά