Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ΓΥΝΑΙΚΩΝ του Μιχάλη Γκανά εκδόσεις Μελάνι

http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=1132
Γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες του Μιχάλη Γκανά
γράφει η Πασχαλία Τραυλού

«Μας αγαπάει» ήταν η πρώτη μου σκέψη όταν έκλεισα
αυτό το τοσοδούλι βιβλίο του Μιχάλη Γκανά που
 διαβάστηκε απνευστί μέσα σ’ ένα απόγευμα βροχερού
Σαββάτου. Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο επιβεβαιώνεται αυτή
η πρώτη εντύπωση που αποτυπώθηκε μέσα μου σ’ αυτή την
 πρώτη επαφή με το γραπτό του, αφού χρειάστηκαν άλλες δυο
 πιο προσεκτικές αναγνώσεις για να πάρω όλα τα αρώματα
των λέξεών του και να αφεθώ στο μυσταγωγικό ταξίδι που
μου πρόσφερε μες στα κανάλια της θηλυκότητας, όπως ο
 ποιητής-πεζογράφος μιας γενιάς που τείνει να αποβάλλει
κάθε ίχνος ρομαντισμού επιμένει να τη διατηρεί ψηλά
 στη συνείδησή του και να της χαρίζει την ιδιαιτερότητα
που δικαιούται σ’ έναν κόσμο σαρωτικής και
εκμηδενιστικής  ισότητας.
 

Γιατί η γυναίκα εντέλει είναι ό,τι και η λογοτεχνία: απλή μες στην πολυπλοκότητά της και
πολύπλοκη μες στη φαινομενική της απλότητα. Το να ανοίγει ένας ποιητής το λογοτεχνικό του
κρουνό και ν’ αρχίζουν να ρέουν οι λέξεις – λέξεις πολυσήμαντες και ποτέ ασήμαντες – είναι
ακριβώς όπως όταν μια γυναίκα ανοίγει τα μάτια της και κοιτάζει τον κόσμο εκπέμποντας
πολύσημες αλήθειες.

Αυτές τις αλήθειες προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει στο βιβλίο του ο ποιητής – λογοτέχνης ή ο
λογοτέχνης – ποιητής ακολουθώντας μια ιδιαίτερα προσφιλή τεχνική που εντυπωσιάζει και
συνάμα αιφνιδιάζει.
Το διήγημα μπονσάι, αυτή η λιλιπούτεια εκδοχή διηγήματος που περικλείει μέσα στα λιτά,
κινηματογραφικά του πλάνα την πεμπτουσία της σκέψης, των αισθημάτων και των αισθήσεων
που επιδιώκει να αποτυπώσει στις λιγοστές του λέξεις ο δημιουργός υπηρέτησε εξαιρετικά τις
προθέσεις του Γκανά.

‘Έμπειρος δημιουργός με μακρά θητεία στο λόγο, μετέτρεψε το είδος αυτό στο ύψιστο εργαλείο
που καταφέρνει να μεγεθύνει και να μας χαρίσει μια διεισδυτική περιήγηση στον γυναικείο
ψυχισμό.

Η τεχνική, σχεδόν φωτογραφική. Ο Γκανάς κατά κάποιον τρόπο παγώνει με τις λέξεις του το
χρόνο. Τον ακινητοποιεί για να τον περιεργαστεί με την ησυχία του και να σταθεί σ’ εκείνη τη 
 λεπτομέρεια που συνήθως διαφεύγει, αφού το μάτι εστιάζει στα μεγάλα και κραυγαλέα γεγονότα
 αντιμετωπίζοντας ως αμελητέες κάποιες φευγαλέες στιγμές που κρύβουν στον πυρήνα τους
ανομολόγητες αλήθειες. Ο ακινητοποιημένος χρόνος και οι σιωπές που δίνουν την αίσθηση 
 κινηματογραφικών λήψεων προσδίδουν μια ευγλωττία στην εκφραστική λιτότητα του κειμένου.

Ο Γκανάς μιλάει μέσα από τις εικόνες και τα λέει όλα. Μιλάει για τις προκαταλήψεις σε
βάρος των αλλοδαπών γυναικών που με καχυποψία κατατάσσονται σε γυναίκες τρίτης
κατηγορίας αμφιβόλου ηθικής, για τις γυναίκες και τα γηρατειά που αποδεικνύουν τη
βιολογική αδικία σε βάρος του γυναικείου φύλου, για τις εργαζόμενες γυναίκες και τον
 πολλαπλάσιο αγώνα που οφείλουν να δίνουν για να επιβληθούν στο επαγγελματικό τους
περιβάλλον, για το περίβλημα της σιωπής που ακολουθεί διαχρονικά το γυναικείο φύλο που
φορτώνεται την ενοχή ακόμη και για τα λάθη του συντρόφου τους όταν υπάρχουν παιδιά,
για τα προβλήματα των γυναικών που σπάνια γίνονται αντιληπτά και κατανοητά από το
άλλο φύλο μεταφραζόμενα ως υστερίες και ακατανόητες σπασμωδικές αντιδράσεις.

«Κυματίζεις, θροίζεις, σελαγίζεις, τόσο άπιαστη και τόσο γήινη, τόσο δύσκολη μερικές φορές
που με απελπίζεις, τόσο απρόβλεπτη που δεν το αντέχω αλλά και τόσο δοτική,
τρυφερή, γενναιόδωρη, που παραδίνομαι αμαχητί και ξαναερωτεύομαι. Κυμοθόη θα έπρεπε
να σε λένε. Μία των Νηρηίδων, προσωποποίησις των κυμάτων».

Μέσα από ετούτη την ευκαιρία της αναφοράς του στη θηλυκότητα και στη γυναίκα ο Γκανάς
μιλά και για τη συντροφικότητα των δύο φύλων με την ίδια λεπτότητα και
διεισδυτικότητα που επιβάλλει και αυτή η δύσκολη έννοια. Αντιλαμβάνεται το θηλυκό
και το αρσενικό ως μια αλληλοσυμπληρούμενη ολότητα που μόνο όταν υπάρχει
αλληλοκατανόηση μπορούν να συνυπάρχουν μέσα στο προστατευτικό κουκούλι του
αλληλοσεβασμού.

«Ξέρω κοιμάται βαριά με το παιδί στο πλάι και με περιμένει να το πάω στο κρεβάτι του και
 να ξαπλώσω δίπλα της, να με αγκαλιάσει και να με ζεστάνει, μπλέκοντας τα πόδια της στα δικά
μου κι έτσι να κοιμηθούμε, δυο λυπημένα φίδια που βυθίζονται σε νάρκη»…»Σαν κόλαση
μοιάζει. Αλλά δεν υπάρχει κόλαση όπου υπάρχει αγάπη. Δεν υπάρχει παράδεισος, κάποτε,
παρά την αγάπη. Αρκεί, όμως, που υπάρχει αγάπη: αυτό διαρκές καθαρτήριο…».

Θα ήταν ημιτελής ωστόσο η αισθητική προσέγγιση αυτού του έργου αν δεν γινόταν αναφορά
 στην ποικιλία του ύφους του Μιχάλη Γκανά κατά την εναλλαγή των εντασσομένων στη
συλλογή διηγημάτων. Η γλώσσα του παρουσιάζει μια εντυπωσιακή πλαστικότητα που
προσαρμόζεται κάθε φορά στην εποχή και στις υφολογικές και γλωσσικές απαιτήσεις
της ατμόσφαιρας όπου εκτυλίσσεται η κάθε ιστορία, γεγονός που ενώ μοιάζει να είναι
υποχρέωση κάθε πεζογράφου, δεν ισχύει πάντα αφού απαιτείται η ιδιαίτερη δεξιότητα
της λογοτεχνικής μεταμόρφωσης, κάτι που ο Γκανάς το κατέχει καλά.
Τέλος, ας μου επιτραπεί να κάνω ιδιαίτερη μνεία στο διήγημα που με άγγιξε κατεξοχήν
με το ιδιαίτερα ευαίσθητο και συγκινητικό του θέμα. Στο «Κοιτάζει τα χέρια της» ο
Γκανάς πετυχαίνει μέσα από μια εικόνα να διεισδύσει στη γυναικεία ψυχολογία της τρίτης
ηλικίας, τότε που η γυναίκα διαπιστώνει ότι ο χρόνος της κύλησε ανεπιστρεπτί φέρνοντάς
την αντιμέτωπη με τη σκληρότερη αλήθεια: το παρωχημένο και πεπερασμένο της
ανθρώπινης ύπαρξης. Λιτός και καίριος για άλλη μια φορά κατορθώνει να μεταφέρει όλη
τη ματαιότητα μιας ζωής που τελειώνει:

«Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια,
τόσες ρυτίδες στα χέρια της; Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να
 τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ούτε που
ξεράθηκαν».

Οι αλληγορίες, οι συμβολισμοί, οι μεταφορές, ενταγμένες στο έργο με αρμονία, μέτρο και σύνεση,
σαν προσχεδιασμένη στρατηγική για την κατάληψη ενός στόχου που μοιάζει ωστόσο τόσο
αβίαστα εκτελεσμένη, αναδεικνύουν την αυθεντική λογοτεχνική φλέβα του Γκανά και την
απαράμιλλη ποιότητα του έργου.
 
Μικρές και πολύ μικρές ιστορίες
Μιχάλης Γκανάς
Μελάνι, 2010
Αρθρογράφος: Πασχαλία Τραυλού
Critique Critique
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: