Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Οι κόρες της αυγής, της Πένυ Παπαδάκη

http://www.psichogios.gr/site/Books/show?cid=1000596

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ της Πένυς Παπαδάκη



Tη συγγραφέα Πένυ Παπαδάκη είχαν την τιμή να τη γνωρίσω με τα παιχνίδια ζωής, το πρώτο βιβλίο της το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ψυχογιός και ν’ ανακαλύψω στη συνέχεια τα προηγηθέντα έργα της Αντίο Φιλενάδα, το Ζείμπέκικο της Κατίνας και το Φως στις Σκιές. Και αν ο τίτλος παιχνίδια ζωής δεν είχε δοθεί στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, θα έλεγα πως θα ταίριαζε άψογα σ’ αυτό το βιβλίο που αντικατοπτρίζει στη συγγραφική της συνείδηση τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό και την πρόθεσή της να προσεγγίζει τους ψυχολογικούς μοχλούς που επηρεάζουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Με κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου την απλότητα και την αμεσότητα των ηρώων, η κυρία Παπαδάκη στήνει δύο παράλληλα σκηνικά όπου οι άνθρωποι δοκιμάζονται σε διαφορετικές συνθήκες. Θα τολμούσα να πω ότι το βιβλίο μου έδωσε την εντύπωση ότι η συγγραφέας του προέβη σε ένα βαθυστόχαστο κοινωνικό πείραμα. Παρακολουθεί μυθιστορηματικά το ρόλο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος και του κοινωνικού περίγυρου στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και στη σμίλευση της υγιούς ή μη ψυχολογίας του ανθρώπου. Για το λόγο αυτό σχεδόν όλοι οι ήρωές της έχουν και τον συμβολιστικό τους αντίποδα.

Μα ας πάρουμε τα πράγματα με μια σειρά:

Η ιστορία ξεκινά σ’ ένα χωριό του Ολύμπου όπου δίνεται η ευκαιρία στη συγγραφέα να μας παρέχει πολλά ηθογραφικά στοιχεία της περιοχής και συγχρόνως προσφέρει υπαινικτικά το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Ο Λάμπρος, επιλέγει για σύζυγό του την όμορφη Μαριώ με την οποία κάνει οικογένεια και αποκτά δυο γιους με διακαή επιθυμία να αποκτήσει μια κόρη. Η λατρεία της συζύγου του προς το πρόσωπό του την οδηγεί να προχωρήσει άμεσα μετά το δεύτερο αγόρι σε μια ακόμη εγκυμοσύνη δίχως να ενημερώσει τον σύζυγό της για την προειδοποίηση του γιατρού ότι θα ήταν επικίνδυνη μια ακόμη γέννα. Η παρακοή της Μαριώς της κοστίζει τη ζωή της καθώς πάνω στον τοκετό, εξασθενεί και πεθαίνει, αφήνοντας ολομόναχο τον σύζυγό της που αναλαμβάνει την φροντίδα τριών παιδιών με τη βοήθεια της πεθεράς του. Ο Λάμπρος ακρωτηριάζεται συναισθηματικά μετά το θάνατο της γυναίκας του και τρέφει μίσος για το νεογέννητο κορίτσι, την Ολυμπία, δίχως να γνωρίζει ότι η γυναίκα του πήρε μαζί της κι ένα ακόμη βαρύτιμο μυστικό.

Από το σημείο αυτό και μετά, ο αναγνώστης παρακολουθεί πώς η ηρωίδα επιβιώνει σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον δίχως τη φροντίδα, την τρυφερότητα και τη στοργή του γονιού και των αδερφών της και πώς, εξαιτίας αυτής της δυσχερούς συνθήκης, αναζητά από τα μαθητικά της χρόνια την στοργή και την αποδοχή από έναν άντρα ο οποίος εκμεταλλεύεται τις συναισθηματικές της ανάγκες, την εξαπατά και την βιάζει σωματικά και ψυχικά.

Η βία και η κακοποίηση που έχει υποστεί από την αδιαφορία του περίγυρου, ευρύτερου και οικογενειακού, γίνονται αιτία η Ολυμπία να απωλέσει την εμπιστοσύνη της στους ανθρώπους σε τέτοιο βαθμό ώστε να ευνουχιστεί ακόμη και το στοιχειώδες ερωτικό ένστικτο. Η Ολυμπία πάσχει από συναισθηματική πλέον αναπηρία η οποία δεν θεραπεύεται ούτε όταν εμφανίζεται στη ζωή της ο εκ πρώτης όψεως άψογος υποψήφιος σύντροφος, φίλος του μεγάλου αδελφού της.

Παρά ταύτα, προκειμένου να απαγκιστρωθεί από το πατρικό οικογενειακό περιβάλλον, θάβει μέσα σ’ αυτό το γάμο όλα της τα όνειρα για μια προσωπική δημιουργική εξέλιξη και για σπουδές και αποκτά ένα γιο με τον άντρα ο οποίος άσκοπα αναμένει κάποτε να σπάσει ο πάγος ανάμεσά τους. Όπως επισημαίνει η Πένυ Παπαδάκη δεν μπορείς να κανείς να πληρωθεί από άδειο ταμείο και κατά συνέπεια το μωρό δεν εισπράττει στοργή και αγάπη από τη μητέρα του, όπως και η Ολυμπία δεν τράφηκε με τρυφερότητα και φροντίδα από τον πατέρα της ενώ παράλληλα δοκιμάζει όχι απλώς την αδιαφορία του αδερφού της Ηρακλή μα το μίσος του, για ένα λόγο που αποτελεί το δεύτερο βαρύτιμο μυστικό του βιβλίου.

Το δεύτερο σκηνικό που παραστατικότητα στήνει η κυρία Παπαδάκη αφορά την ανατροφή της Χρυσαυγής από τον Διονύση, παιδικό φίλο του Λάμπρου και δάσκαλο του χωριού, ο οποίος αναλαμβάνει τη φροντίδα ενός εγκαταλελειμμένου, ανάπηρου παιδιού δίχως καμία υποχρέωση. Το μεγαλώνει με όση στοργή και αγάπη είχε φυλαγμένη μέσα του και αδυνατεί να αποκαλύψει τόσο στο ίδιο το κορίτσι  όσο και στον βιολογικό πατέρα του την ένοχη αλήθεια όταν διαπιστώνει την τραγική μοίρα που το ακολουθεί. Το τρίτο αυτό μυστικό κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη κι επιπροσθέτως, θέτει τις βάσεις για την κάθαρση που επέρχεται στο τέλος του έργου.

Η Χρυσαυγή, το όνομα της δεύτερης ηρωίδας, κατατρύχεται από τη σωματική της αναπηρία μα παρότι αναγκάζεται να περάσει τη ζωή της σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, η συγγραφέας καταδεικνύει το ρόλο της στοργής και της αυτοπεποίθησης που μπορεί αυτή να προσφέρει σε ένα άτομο, ώστε ακόμη και όταν έχει κάποιο σωματικό πρόβλημα, να υποσκελίζει τα εμπόδια της ζωής. Η Χρυσαυγή παρά το πρόβλημά της είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος έτοιμος να παλέψει σε κάθε αντιξοότητα εν αντιθέσει με την Ολυμπία που αδυνατεί να διαχεριστεί την ίδια της τη ζωή.

Το μήνυμα της συγγραφέως είναι απολύτως σαφές και δίνεται με τον παραστατικότερο τρόπο ενώ ο λιτός, καθηλωτικός και αποφθεγματικός της λόγος δίνει στο κείμενο ενάργεια, αμαεσότητα και σεναριακή θα έλεγε κανείς αποτελεσματικότητα στην αποκρυστάλλωση των ιδεών που η κυρία Παπαδάκη επιθυμεί λογοτεχνικά να αναδείξει..

Η παράλληλη δράση που πετυχαίνει αφενός και η διαπλοκή των δύο ιστοριών με κεντρικό πρόσωπο τον αδερφό Ηρακλή και το μίσος που τρέφει αρχικά για την αδερφή του Ολυμπία, αποτελούν μια καταλυτική ανατροπή και συνάμα το έξοχο εκείνο εύρημα που συμβάλλει αφενός στην προώθηση της ιστορίας, αφετέρου στην απεμπλοκή των ηρώων από τα ενοχικά σύνδρομα που τους ταλαιπωρούν και έχουν προκληθεί από την απουσία της στέρεης βάσης της πατρικής συμπαράστασης και παρουσίας στη διάρκεια της γαλούχησης και ενηλικίωσής τους.

Όλοι τους μεγαλώνουν με το πρόβλημα της απόρριψης και με το κενό που τους προκαλεί η αδιαφορία ή μάλλον η ανυπαρξία του πατέρα τους Λάμπρου ο οποίος είναι  παρών απών κατά τη διάρκεια της ανατροφής τους ενώ η αφείδωλη στοργή της γιαγιάς τους δεν καταφέρνει να καλύψει τις μαύρες τρύπες της ψυχολογίας τους.

Την πλοκή βεβαίως, τα ευρήματα και τη λύση του δράματος δεν θα έκανα το σφάλμα να σας τα αποκαλύψω για ευνόητους λόγους.

Αξίζει όμως να αναφέρω κάποια ιδεολογικά και αισθητικά χαρακτηριστικά του βιβλίου ώστε ο αναγνώστης να είναι προϊδεασμένος και να διακρίνει πίσω από την πολύ ευκολοδιάβαστη, με λόγο ρέοντα ιστορία, τα μηνύματα και τις σύνθετες ιδέες που είναι κρυμμένες πίσω απ’ τις οικείες λέξεις της συγγραφέως.

Οι ήρωές της είναι άνθρωποι καθημερινοί, απλοί, άνθρωποι της διπλανής πόρτας κατά τη δεκαετία του ’70, με τις πληγές εκείνες που συνθέτουν τον καμβά ενός τραγικού διαχρονικά πεπρωμένου, ωστόσο ανάγονται σε σύμβολα καθώς καθένας τους έχει το συμβολιστικό αντίποδά του.

Η Ολυμπία, έχει ως αντίποδά της την Χρυσαυγή, ο εξ αίματος πατέρας της πρώτης, τον Διονύση, τον άνθρωπο που αναλαμβάνει από ηθικό και μόνο χρέος τον πατρικό ρόλο στη ζωή της δεύτερης, ο  αμοραλιστής, τζογαδόρος αδερφός Μάρκος, τον ισορροπημένο και υποδειγματικό αδερφό τους Ηρακλή. ΠροΪούσης της πλοκής σπουδαίες ανατροπές λαμβάνουν χώρα στο έργο και μέσα από ένα παιχνίδι φωτοσκίασης, οι  δυνατοί αποδεικνύονται αδύναμοι, οι αδύναμοι αποκτούν εκείνες τις δυνάμεις που τους επιτρέπουν να υψώσουν το ανάστημά τους και να  γυρέψουν το χαμένο τους δίκιο και εν κατακλείδι, οι θύτες ανάγονται σε θύματα και αντίστροφα..

Αμείλικτο το κατηγορώ προς τους γονείς, θυμίζει το κατηγορώ του Κάφκα στις επιστολές προς τον πατέρα του καθώς ο Μάρκος, η Ολυμπία και ο Ηρακλής καθένας μόνος του και όλοι μαζί σε μια συγχορδία άλλοτε εκδίκησης και άλλοτε εξιλέωσης επισημαίνουν στον Λάμπρο τις παραλείψεις και τα σφάλματά του τα οποία κατέληξαν να αναχθούν σε εγκλήματα στο πεπρωμένο των παιδιών, Τα παιδιά άλλοτε μισούν και εκδικούνται και άλλοτε συγχωρούν και κατανοούν μέσα σ’ αυτό το βιβλίο. Το σίγουρο όμως είναι ότι εκφράζουν τα συναισθήματά τους έπειτα από μακρόχρονη σιωπή και καταπίεση.  .

Ζητήματα καίριας σημασίας όπως η θέση της γυναίκας στις μικρές επαρχιακές κοινωνίες της δεκαετίας του 1970, το ευαίσθητο θέμα της ομοφυλοφιλίας ιδωμένο αφενός μέσα από τα μάτια του γονιού και του κοινωνικού περίγυρου αλλά και από τη θέση του προσώπου που ταλανίζεται από αυτή την ιδιαιτερότητα, η μεστή στοχαστικότητας φράση της Έλλης Αλεξίου «Τα παιδιά όταν είναι μικρά μας αγαπούν, όταν μεγαλώσουν μας κρίνουν, κι αν είμαστε τυχεροί, καμιά φορά μας συγχωρούν», αποτελούν μερικούς από τους πυρήνες αυτού του ηθογραφικού πολυεπίπεδου μυθιστορήματος όπου ο άμεσος, φυσικός διάλογος και η δυναμική, γρήγορη χρήση της γλώσσας συνθέτουν τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική δράση των ηρώων.   

Η έντονη θεατρικότητα του κειμένου και ο λιτός, μεστός λόγος αποτελούν τα ατού των εκφραστικών μέσων της συγγραφέως ενώ η κυκλική δομή του εξασφαλίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη απ’ την πρώτη έως την τελευταία του λέξη.

Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι σημαντική λογοτεχνική κατάθεση αποτελούν ακριβώς η αρχή και το τέλος του κειμένου, δηλαδή το κείμενο με αφετηρία την ομηρική τεχνική in media res, αρχίζει από μια δεδομένη στιγμή της Ολυμπίας και σε όλη τη διάρκειά του εξηγεί πώς η ηρωίδα έφτασε σ’ αυτή τη χωροχρονική δράση και συγκεκριμένα:

Η αρχή...

Μπρος πίσω... μπρος πίσω... ξανά και ξανά

Η Ολυμπία, ένα ανθρώπινο εκκρεμές, καθισμένη στις ξύλινες σκάλες του παλιού σπιτιού της, σάπιες κι αυτές σαν το μυαλό της, κινούνταν πέρα δώθε με τις ώρες, μπρος πίσω μπρος πίσω. Σαράκια καταβρόχθιζαν με το πέρασμα των χρόνων ξύλα και ψυχές.

Και το τέλος...

Και μπρος πίσω... ξανά και ξανά... Με ένα φτυάρι πάντα στο χέρι, μα τώρα όλοι γνώριζαν τι συμβόλιζε.

Η Χρυσαυγή ρωτούσε με τον γλυκό, ήρεμο τρόπο της:

Γιατί κρατάς το φτυάρι Ολυμπία μου;

Γιατί θα πάω σε κηδεία.

Και ποιον θα κηδέψεις, γλυκειά μου;

Το παρελθόν μου.

Το γεγονός ότι αποκάλυψα τις τελευταίες λέξεις της συγγραφέως, όπως θα διαπιστώσατε, δεν αποδυναμώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη να διαβάσει το βιβλίο καθώς η κυκλική δομή επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κοινού στο ταξίδι, στην επαφή με τις ιδέες, τη γλώσσα, την ιστορία και την πλοκη που αριστοτεχνικά η συγγραφέας μας χαρίζει. Καθένας μέσα από αυτό το βιβλίο θα ανταμωθεί  με κάποιες δικές του πληγές και γνωρίζουμε όλοι πως η λογοτεχνία μπορεί να μη γιατρεύει πληγές σίγουρα όμως τις εντοπίζει και συχνά τις απαλύνει μέσα από τη μαγική διαδικασία της ταύτισης.

Η Πένυ Παπαδάκη γνωρίζει αυτή την τέχνη πολύ καλά και προτείνω ανεπιφύλακτα με αυτό το βιβλίο να της επιτρέψουμε να γίνει η ξεναγός μας στις κατακόμβες της ψυχής μας.






1 σχόλιο:

Lybero Guitars είπε...

Kαλοτάξιδο να είναι, εύχομαι να αγγίξει άλλη μια φορά τις καρδιές των αναγνωστών.
Μπράβο και σε σένα Πασχαλία.Άριστη ανάρτηση.