Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Mα είναι αυτό τέχνη; της Cynthia Freeland, Eκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ

ΜΑ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ;

11.09.2013
Συντάκτης: Πασχαλία Τραυλού
facebook email
ΜΑ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ;
Εκδοτικός Οίκος
ΠΛΕΘΡΟΝ
Συγγραφέας
Cynthia Freeland
Μετάφραση
Μάντυ Αλμπάνη
Κατηγορία
ISBN
978-960-348-141-6
Σελίδες
176
Αποτελώντας ίσως ένα από τα σημαντικότερα εγχειρίδια για την εισαγωγή στην έννοια, στα μέσα και στην ερμηνεία και κριτική της τέχνης, το συγκεκριμένο βιβλίο σηματοδοτεί το παράτολμο εγχείρημα της Freeland αφενός να σταχυολογήσει τις σημαντικότερες θεωρίες διαχρονικά για τη λειτουργία, την ουσία κα τα μέσα της τέχνης, αφετέρου να προσεγγίσει στοχαστικά το ρόλο της τέχνης τόσο στην ατομική ολοκλήρωση και συναίσθηση του κόσμου, όσο και στο ζήτημα των δεσμών που αναπτύσσει ο καλλιτέχνης με την κοινότητα όπου ανήκει, μέσα από τις μορφές της τέχνης που προσφέρει σε αυτήν.




Το οδοιπορικό της Freeland στο ταξίδι της τέχνης ξεκινά ήδη από τις πρώτες ζωγραφιές στα τοιχώματα των σπηλαίων, για να καταλήξει και να ολοκληρωθεί στο παρόν, με τη χρήση των πολυμέσων, των υπερκειμένων και της κατάρριψης της γραμμικής μορφής των τεχνών, καλύπτοντας όλο το φάσμα του χρόνου μες στον οποίο η τέχνη έκανε την εμφάνισή της, ανέπτυξε τις κορυφαίες εκδοχές της και άρχισε να υπόκειται σε μια φθορά που, κατά τη συγγραφέα, αποτελεί απλώς μια μετάβαση σε νέες μορφές, δομές και έκφραση του καλλιτεχνικού συγκειμένου.



Βιώνοντας την αγωνία να εντοπίσει τι είναι πράγματι η τέχνη, η Freeland φαίνεται να αποδέχεται τη δημοκρατική αντίληψη που διατύπωσε ο Coleridge, ότι γνωρίζουμε ότι ένας άνθρωπος είναι ποιητής όταν μας κάνει να νιώθουμε ποιητές, εννοώντας ότι η τέχνη είναι το επίτευγμα εκείνο με το οποίο δεν μεταβιβάζονται απλώς συναισθήματα και σκέψεις μέσω της ταύτισης και της μίμησης σε κάποιον άλλο, αλλά αποτελεί μύηση στον τρόπο συναισθηματικής και νοητικής αντίληψης του καλλιτέχνη. Στην αιώνια διχογνωμία κατά πόσον η καλλιτεχνική ιδιότητα χαρίζεται σε όσους είναι περισσότερο αφοσιωμένοι στη διαχείριση πρωτότυπων ιδεών ή πρωτότυπης έκφρασης, η έρευνα της Freeland καταλήγει στο μετριοπαθές συμπέρασμα ότι η επιτυχία του έργου έγκειται στην εναρμόνιση και των δύο αυτών παραγόντων.



Εξετάζοντας την ποιότητα της τέχνης από την οπτική των προθέσεων του καλλιτέχνη, η συγγραφέας διαπιστώνει και κωδικοποιεί εύστοχα στο βιβλίο ότι από γενέσεως κόσμου και τέχνης οι καλλιτεχνικοί στόχοι καθορίζονται από τις εκάστοτε οπτικές της τέχνης και του ρόλου που της αποδίδεται. Έτσι, άλλοτε το καλλιτεχνικό έργο αποτελεί συμβολιστική ιεροτελεστία με υπερβατικό χαρακτήρα, γι’ αυτό χρησιμοποιεί σωματικά υγρά ως μέσα έκφρασης (κυρίως το αίμα), άλλοτε στοχεύει στην αποτύπωση του ωραίου, το οποίο ωστόσο κατά τον Καντ δεν πρέπει να εκτρέπεται σε ηδονική απόλαυση και να έχει χρηστικό χαρακτήρα, άλλοτε στοχεύει με μια εκρηκτικής φύσεως πρωτοτυπία στο σοκ του αποδέκτη και άλλοτε είναι μίμηση, που μέσω μιας ομοιοπαθητικής, κατά κάποιον τρόπο, διαδικασίας οδηγεί στην κάθαρση και τη λύτρωση του συμπάσχοντος αποδέκτη του έργου.



Για την Freeland όλες αυτές οι προθέσεις συντείνουν στη διαμόρφωση αντίστοιχων μορφών τέχνης που μπορεί να αγνοηθούν ή να καταξιωθούν στην ανάλογη χρονική και κατά συνέπεια κοινωνική συγκυρία. Δεν παρέλειψε δε στο δοκίμιό της να ασχοληθεί όχι μόνο με το ρόλο της γνωστικής προσέγγισης του καλλιτέχνη και του έργου του με όλο το οπλοστάσιο των εμπειριών που ο ίδιος χρησιμοποιεί για το χτίσιμο του έργου του, δηλαδή με την κοινωνική του τάξη, την οικογενειακή και ψυχοσυναισθηματική κατάστασή του, τα τραύματά του και τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού μέσα στον οποίο είναι ενταγμένος, αλλά και με την επιρροή που ασκεί το φύλο του δημιουργού για τη διαμόρφωση του έργου, εστιάζοντας στις φεμινιστικές θεωρίες που από τον 18ο αιώνα και έπειτα διεκδίκησαν στο πάνθεο των εξεχόντων καλλιτεχνών περισσότερες θέσεις για τις γυναικείες καλλιτεχνικές δημιουργίες.



Διαχωρίζοντας τα έργα τέχνης σε εκείνα που εμπνέονται και υπηρετούν μια εθνική πολιτισμική παράδοση και σε εκείνα που σήμερα τείνουν να ομογενοποιήσουν την καλλιτεχνική παραγωγή υπό την αιγίδα του «παγκόσμιου χωριού», η συγγραφέας αφήνει να διαφανεί ο ισχυρός προβληματισμός της για το ρόλο της παγκοσμιοποίησης σε ζητήματα τέχνης, διατυπώνοντας με διαύγεια και τις δύο απόψεις: αφενός εξωραΐζονται οι αδυναμίες της αυστηρά εθνικής τέχνης που ανακυκλώνει ιδέες και εκφραστικά μοτίβα δίχως θεματικά να πρωτοτυπεί, αφετέρου ίσως τείνει να ισοπεδώσει τη διαφορετικότητα και να διαμορφωθεί μια τέχνη-φασόν, απλοϊκή και δίχως νεύρο ώστε να απευθύνεται σε κάθε άτομο πάνω στη γη, αφαιρώντας εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θυμικού και της κουλτούρας που συνεχίζουν να διαχωρίζουν τους λαούς με εθνικά κριτήρια, που έως τώρα προσέδιδαν το ιδιαίτερο και συνήθως θετικό στίγμα στην εθνική του καλλιτεχνική παραγωγή. Η πολυπολιτισμικότητα και τα καλλιτεχνική υβρίδια που εξ αυτού του φαινομένου προκαλούνται συνθέτουν έναν προβληματισμό που, όπως ισχυρίζεται η Freeland, αδυνατούμε προς το παρόν να διαλευκάνουμε και να διαμορφώσουμε σαφή εικόνα για το πού οδηγεί την καλλιτεχνική παραγωγή, επειδή είναι μια κατάσταση υπό διαμόρφωση με θολά χαρακτηριστικά και απρόβλεπτες προεκτάσεις.



Αντιθέτως, η Freeland τοποθετείται ξεκάθαρα υπέρ του ρόλου του Διαδικτύου και των πολυμέσων στην τέχνη αφήνοντας να ξεδιπλωθεί ο ενθουσιώδης ισχυρισμός της ότι η τέχνη αποκτά καινούργια φτερά και απελευθερώνεται μέσω των ιστών, αφού κατακτά ένα παγκόσμιο βήμα, μια δημοκρατικότερη αντίληψη και καινούργια μέσα για να ντύσει τη «σημαίνουσα μορφή» της. Επισημαίνοντας ότι η κριτική της τέχνης είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα υπεύθυνη και καθοριστική για τη διατήρηση ή τον αφανισμό διαφόρων μορφών τέχνης, τονίζει ότι όπως γίνεται εξαντλητική προσέγγιση, ανάλυση, ερμηνεία και κρίση των έργων τέχνης, ομοίως πρέπει να αναπτυχθούν ευαίσθητοι μηχανισμοί κριτικής της... κριτικής.



Τέλος, η Freeland δεν διστάζει να κάνει σαφή αναφορά στο ζήτημα του διχασμού ανάμεσα στην τέχνη της μάζας και στην υψηλή τέχνη, εξηγώντας πως η τέχνη είναι κώδικας επικοινωνίας και ως τέτοιος θα πρέπει να καταξιώνεται όταν καταφέρνει να μεταφέρει το μήνυμα σε όσο το δυνατό περισσότερους, τονίζοντας όμως ότι η τέχνη πρέπει να στοχεύει στην πρωτοτυπία και να μην αποτελεί απλώς επανάληψη οικείων καλλιτεχνικών μοτίβων. Κάτι τέτοιο οδηγεί στον αυτοεκμαυλισμό του αποδέκτη του καλλιτεχνικού παράγωγου, γιʼ αυτό και απαιτούνται θεωρητική γνώση και αισθητική παιδεία της μάζας για να αποφευχθεί. Ωστόσο, θεωρεί ότι οι δρόμοι της τέχνης της μάζας και της υψηλής τέχνης σήμερα τείνουν να ενοποιηθούν, καθώς ο κώδικας ολοένα γίνεται πιο εύληπτος και αποκτά χαρακτηριστικά οικεία σε όλους.



Η τέχνη ως επάγγελμα, εξάλλου, και η σύνδεσή της με τη χρηματιστηριακή της αξία αποτελεί μια παγίδα που οι καλλιτέχνες οφείλουν να αντιμετωπίζουν διαχρονικά. Παρότι στο παρελθόν σπουδαία έργα δημιουργήθηκαν κατά παραγγελία και υπό την πίεση του βιοπορισμού του καλλιτέχνη, η πίεση της δημιουργίας εκείνου του έργου που θα αρέσει στη μάζα, είναι το αντίπαλον δέος του γνήσιου καλλιτεχνικού ιδεώδους. Η τέχνη πρέπει να αφορμάται από το ανεξέλεγκτο θυμικό του δημιουργού και όχι από την υστεροβουλία μιας νοητικής διεργασίας με στόχο το κέρδος. Πόσο μπορεί όμως ένας δημιουργός να μείνει ανεπηρέαστος από τις ροπές του πολιτισμού που τον έχει γαλουχήσει; Πόσο μπορεί να αποστασιοποιηθεί απ’ τα καλούπια και τα όρια μες στα οποία η κοινωνία του τον πιέζει να διαμορφώσει την έμπνευσή του; Αυτό είναι ένα ερώτημα που καθορίζει αναμφίβολα το θάρρος του εκάστοτε καλλιτέχνη και τις αντοχές του στις αισθητικές και ιδεολογικές μάχες που θα κληθεί να δώσει για να συνεχίσει να είναι συνεπής με τις αρχές του και τις αισθητικές του αξίες.



Δίχως να καταλήξει σε ένα απόλυτο συμπέρασμα, η συγγραφέας φαίνεται πως ενστερνίζεται τον ορισμό του Irvin για την τέχνη, πως αποτελεί «μια ακατάπαυστη εξέταση της αντιληπτικής μας εγρήγορσης και μία συνεχή διεύρυνση της συνείδησής μας σχετικά με τον κόσμο που μας περιβάλλει». Κρατώντας αυτό τον ορισμό κατανοεί κανείς πως το μόνο στοιχείο που σίγουρα δεν αποτελεί ίδιον της τέχνης είναι η υστεροβουλία. Τα πάντα είναι τέχνη αν οριστούν ως καλλιτεχνικά δημιουργήματα, αρκεί ο δημιουργός τους να τα περιβάλλει με οίστρο και πάθος δημιουργικό. Η ποιότητα βεβαίως της τέχνης είναι ένα άλλο κεφάλαιο, που χρήζει άλλου τύπου διερεύνησης...   Αρθρογράφος: Πασχαλία Τραυλού για το Diavasame.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: