Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Ο λύκος της στέπας του Έρμαν Έσσε
γράφει η Πασχαλία Τραυλού
 
 
 
 
Ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο του Χέρμαν
Έσε, ο Λύκος της στέπας που γράφτηκε το 1827, σε μια
 ιδιαίτερα γόνιμη σε πνευματική δράση εποχή, αποτελεί την
απόδειξη της επιρροής των βιωμάτων, της  ιδιοσυγκρασίας
και των συγκυριών πάνω στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού
γίγνεσθαι του δημιουργού. Δυο βασικά γεγονότα από τη
βιογραφία του Έσε, δύνανται να  φωτίσουν το κείμενό του
και να ανοίξουν νέους ορίζοντες  στην αισθητική και φιλοσο-
φική  του προσέγγιση: Το πρώτο είναι το ότι ο Έσε το 1892
σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών, αποπειράται να αυτοκτονήσει
 και για ένα  μήνα νοσηλεύεται στο ψυχιατρείο του Στέττεν.

Επομένως, πολύ πριν αναφερθεί λογοτεχνΙκά στη λαγνεία του
θανάτου, είχε αναμετρηθεί ο ίδιος με το θάνατο και τη φιλο-
σοφία της αυτοχειρίας, ζυμώνοντας την εμπειρία που αποκόμισε  με τα νιτσεϊκά διαβάσματα
 που ακολούθησαν ώστε σαράντα χρόνια μετά, να καταγράψει το  προσωπικό ντουκουμέντο και
την προσωπική εμπειρία του πίσω απ’ τη μάσκα του ήρωά του  Χέρμαν ή Χένρυ αναφέροντας ότι:

«Δεν έβλεπα κανένα δρόμο πίσω απ’ αυτό που φοβόμουν. Αν σήμερα στον αγώνα μεταξύ
 της απελπισίας και της δειλίας νικούσε ίσως η δειλία, αύριο και κάθε μέρα θα στεκόταν
και πάλι μπροστά μου η απελπισία θεριεμένη από την περιφρόνηση του εαυτού μου.
Θα έπαιρνα το μαχαίρι στο χέρι μου και θα το πετούσα μακριά, μέχρ που τελικά να πάρω
 την απόφαση και να το κάνω. Μιλούσα στον εαυτό μου λογικά, σαν να μιλούσα σε
 φοβισμένο παιδί, μα το παιδί δεν μ’ άκουσε, το έβαλε στα πόδια, ήθελε να ζήσει».

Ο Έσε δεν είναι ένας συγγραφέας της εξωτερικής αλλά της εσωτερικής περιπέτειας.
 Εξυφαίνει μια ασύλληπτη εσωτερική πλοκή βασισμένη στις διαχρονικές ψυχικές
συγκρούσεις κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Ο λύκος της στέπας είναι μια προσχηματική
 ιστορία για να εκφράσει μέσα από ένα πλέγμα συμβόλων το απόσταγμα των θέσεών του
  για τη ζωή, για το θάνατο, για το εφήμερο και για το αιώνιο, για τη συνύπαρξη ή
την προαιώνια πάλη πνεύματος και σάρκας, για την επίπονη άσκηση του πνεύματος
 και για τη ματαιότητα και συνάμα την αναγκαιότητα της πρόσκαιρης σαρκικής
απόλαυσης, μα πάνω και πέρα απ’ όλα γιανα μιλήσει για την ανθρώπινη μοναξιά,
αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο  με τον οίκτο, τον έλεο και το φόβο  που αρμόζει στην
 ακατάπαυστα τραγική του φύση.

Το έργο του Έσε σχοινοβατεί σε όλη την έκταση των σελίδων του πάνω σε υπαρξιακές
αντιφάσεις: Ο λύκος της στέπας είναι μόνος και αποζητά τη συντροφικότητα,
 συντροφεύεται αλλά βιώνει απίστευτη μοναξιά νιώθοντας μόνιμα το αίσθημα του
ανικανοποίητου, παραδίνεται σε σαρκικές απολαύσεις και ληστεύεται από την ανθρώπινη
φύση του, γοητεύεται από το άγνωστο και σκοτεινό, αλλά αποζητά και δένεται εντέλει
με το οικείο, αποσύρεται στον ιδεατό έρημο κόσμο του πνεύματος και διαπιστώνει την
 αναγκαιότητα της επαφής με τον υλικό, απτό, φθαρτό κόσμο, ως αναπόδραστο κακό
 και αντίδοτο στη θεϊκή φύση του που τον σπρώχνει μακριά από κάθε τι τετριμμένο.

Το κύριο σύμβολο του Έσε, ο λύκος της στέπας, δεν είναι παρά η ενσάρκωση της
διττής ανθρώπινης φύσης με το οποίο ο συγγραφέας επισημαίνει εμφατικά τη συνύπαρξη
 των ενστίκτων και των συνεπειών του πολιτισμού στο χαρακτήρα του ήρωά του,
αναζητώντας εκείνο το συστατικό που δύναται εντέλει να του χαρίσει την ευτυχία.

«Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του
το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο... Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος
 δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

Το δεύτερο καταλυτικό γεγονός που φαίνεται πως διαμόρφωσε το ιδεολογικό σύμπαν του
Έσε, ήταν η επαφή του με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Γιουνγκ και  η συναναστροφή
του με τον διάσημο ψυχαναλυτή κοντά στον οποίο παρακολούθησε συνεδρίες ψυχοθεραπείας
και ψυχανάλυσης σε δύο φάσεις της ζωής του: Το 1916 ο Έσε παρακολουθεί ψυχοθεραπεία
 κοντά στον Λανγκ, μαθητή και θιασώτη των θεωριών του Γιουνγκ, για να γνωριστεί
 προσωπικά στη συνέχεια με τον Γιουνγκ το 1921, όταν βιώνει μια κρίση κατά τη συγγραφή
του δεύτερου μέρους του  έργου του «Σιντχάρτ», η οποία τον απομάκρυνε από το χαρτί κα
ι την έμπνευση για ενάμισυ περίπου χρόνο.

Ήταν η ίδια περίοδος που ο Γιουνγκ έγραφε το εμπνευσμένο έργο του «Αλχημεία
και Ψυχανάλυση», όπου χρησιμοποιούσε τον αλχημικό συμβολισμό εντάσσοντάς τον στο
 σύνολο των αρχετύπων που αναφέρει στις θεωρίες του. Ο λύκος της Στέπας πέρα από
ένα βαθύ αυτοβιογραφικό στα περισσότερα σημεία κείμενο του Έσε, διαθέτει αμέτρητες
 αναφορές στην αλχημιστική φιλοσοφία, η οποία εμπεριέχει τις αρχές του νεοπλατωνισμού,
 ιδιαίτερα σε ό,τι έχει να κάνει με την πληρότητα που εξασφαλίζεται με την ένωση αρσενικού
 και θηλυκού και με την αναφορά του Έσε σε μια φάση στη ζωή του ανθρώπου πριν από την
  εφηβεία όπου είναι ασαφή τα ψυχικά χαρακτηριστικά  του φύλου.

Στη σελίδα 150 είναι ξεκάθαρη η αναφορά του στον κόσμο των πλατωνικών ιδεών όταν
 επισημαίνει  ότι ο μοναδικός «οδηγός του ανθρώπου είναι η νοσταλγία... και ότι «οι
αθάνατοι που ζούσαν στον αχρονικό χώρο, δραπετεύοντας έγιναν εικόνες και τους περιβάλλει
 σαν αιθέρας η κρυστάλλινη αιωνιότητα και η ψυχρή ιλαρότητα αυτού του εξωγήινου κόσμου,
που ακτινοβολεί σαν άστρο». Σαφής είναι επίσης η πρόθεσή του να μιλήσει για τον πλατωνικό
 έρωτα, όταν ο Χέρμαν γνωρίζει και έλκεται από την Ερμίνα αλλά δεν δένεται μαζί της ερωτικά
 προτού δεθούν με το είδος της φιλίας που συνδέει το αρσενικό και το θηλυκό προτού ξυπνήσουν
 μέσα τους τα έμφυλα ένστικτα.

Τελειώνοντας αξίζει να σημειωθεί ότι η μεγαλύτερη απόδειξη της επιρροής που δέχτηκε ο
 Έσε προφανώς από τον Γιουνγκ στο εν λόγω βιβλίο αποδεικνύεται από τη χρήση των
 ομιλούντων ονομάτων των ηρώων του. Η επαφή του με κείμενα του ερμητισμού είναι
αυταπόδεικτη μέσα στο έργο του.  Με υψηλό βαθμό ευστοχίας μπορούμε να ισχυριστούμε
ότι τόσο το όνομα Ερμαν (ίδιο με το δικό του μικρό όνομα) όσο και το θηλυκό Ερμίνε
παραπέμπουν στον μυθικό θεμελιωτή της αλχημιστικής φιλοσοφίας τον Ερμή τον Τρισμέγιστο,
 ο οποίος θεωρείται ο ευεργέτης της ανθρωπότητας που έσωσε τους ανθρώπους από την άγνοια
 και τη λήθη με την επινόηση της γραφής, της φωτιάς,  των τεχνών και των επιστημών, καθώς
στο πρόσωπό του συρρικνώνονται οι υπερφυσικές ιδιότητες Ελληνικών και Αιγυπτιακών αρχαίων
θεοτήτων.

Η αναζήτηση του παιδικού θηλυκού εαυτού του ήρωα και η λαχτάρα της ένωσής του με
αυτόν για την εξασφάλιση της τελειότητας που θα  απαλλάξει τον λύκο της στέπας από τις
εσωτερικές συγκρούσεις της θεϊκής και της ανθρώπινης φύσης του, αποτελεί την απόλυτη
νύξη στη θεωρία της «Ευγενούς Αυτοκράτειρας», στην επανα-δημιουργία δηλαδή του απόλυτου,
 παντοδύναμου, θεϊκού ανδρόγυνου πλάσματος.

«Ο λύκος της στέπας» αποδεικνύει ότι τα σπουδαία έργα είναι γεννήματα εσωτερικής και
εξωτερικής διαλεκτικής και συνάμα προϊόντα καταλυτικών συγκυριών που σχεδόν καρμικά
 ερμηνεύουν ή αλλάζουν τον κόσμο. Πέρα από την επισήμανση των περισσότερων κριτικών
 ότι ο λύκος της στέπας αποτελεί ένα κατηγορώ στην ανερχόμενη στην εποχή του Έσε αστική
 τάξη, είναι μια τραγική απόπειρα να αναζητηθεί η ευτυχία μέσα από αρχέτυπους δρόμους
και θεωρίες που του δίδαξε ο ψυχαναλυτής του, βάζοντάς τον να ψάξει την βαθύτερη φύση του.
 
Ἐρμαν Έσσε
Ο Λύκος της Στέπας
Μετάφραση: Γιάννης Κωστόπουλος
Εκδόσεις Καστανιώτη
Αρθρογράφος: Πασχαλία Τραυλού
Critique Critique
 
 
  

Δεν υπάρχουν σχόλια: