Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

O Tελευταίος χορός, της Victoria Hislop, εκδόσεις Διόπτρα

 
 

γράφει η Πασχαλία Τραυλού

Το βιβλίο αυτό το διάβασα λόγω της ενδόμυχης περιέργειάς μου να τρυπώσω στη σκέψη της Χίσλοπ και να δω με τα μάτια της τη σύγχρονη Ελλάδα, καθώς έχει εισχωρήσει κατ’ επανάληψη στην ελληνική ιστορία και κουλτούρα και έχει προσανατολίσει τις συγγραφικές της ανησυχίες στην Ελλάδα του χθες και του σήμερα.
Με τα δέκα διηγήματά της επιδιώκει να ανασυνθέσει λογοτεχνικά την εικόνα της αφανούς Ελλάδας, της απλής, της καθημερινής και διόλου φανταχτερής και δημοφιλούς γης των τουριστικών νησιών, του καλοκαιριού, της αρχαίας φιλοσοφίας και του ιστορικού φωτός. Η Χίσλοπ σε αυτό το βιβλίο διασχίζει το ελληνικό σκοτάδι που αποτελεί το φόντο του παρόντος μας. Γι’ι αυτό και πρόκειται για το πιο δύσκολο εγχείρημά της καθώς ακόμη οι απόψεις για το παρόν μας είναι ρευστές και συγκεχυμένες και η ιστορία, αυτή η ψυχρή ματιά που αποφασίζει το σωστό και το λάθος, δεν έχει ακόμη αποφανθεί για το απόλυτο, σταθερό της περίγραμμα.

Οι καθημερινές ιστορίες που πραγματεύεται διαθέτουν υψηλό βαθμό ρεαλιστικότητας συνδυασμένης με λυρικές πινελιές που χαρακτηρίζουν την προσφιλή συγγραφική τεχνική της Χίσλοπ. Η γλώσσα της διαθέτει αυθορμητισμό, ταχύτητα, ακρίβεια, λιτότητα και εικονοπλαστικό σφρίγος. Το ύφος της ακολουθεί τη ροή και την εκφορά της αφήγησης όπως θα την έκανε ένας γέροντας, κάποιο βράδυ δίπλα στο τζάκι ενός παραδοσιακού καφενέ, και αυτό αποτελεί ένα πρόσθετο χάρισμα της γραφής. Ετούτη η διαπίστωση αποδεικνύει ότι δεν έγραψε πρόχειρα και επιδερμικά για την ελληνική ύπαιθρο, αλλά την αφουγκράστηκε και την προσέγγισε με σεβασμό. Αυτό εξάλλου το φανερώνουν και τα θέματα που πραγματεύτηκε. Η έννοια της ορθοδοξίας και η άψογα φιλοτεχνημένη φιγούρα του καλογερόπαπα που έρχεται αντιμέτωπος με το δίλημμα ανάμεσα στην αγάπη για την Παναγία και στον έρωτά του για μια γυναίκα, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί κόπια από το βιβλίο «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας», το εύρημα του παπαγάλου που αποκαλύπτει τα αισθήματα του παπά για τη δασκάλα Κατερίνα καθιστούν το θέμα ετούτο ολότελα δική της έμπνευση.

Η αναφορά στο παραδοσιακό καφενείο δυο δίδυμων αδελφών που μαλώνουν για την κληρονομιά του πατέρα και φιλιώνουν χάρη στην παρέμβαση της Ελληνίδας μάνας, αποτελεί το στίγμα για την ψυχοσύνθεση του Έλληνα και για την μεσογειακή του φλέβα που δεν του επιτρέπει να κόψει τους δεσμούς με τα παιδιά του ακόμη και όταν αυτά ενηλικιώνονται. Ωστόσο, στο διήγημα «Φλόγες στην Αθήνα» η Χίσλοπ επιχειρεί μεν να αποτυπώσει την εικόνα μιας Ελλάδας παραδομένης στην τρομοκρατία, στις διαδηλώσεις και στους εμπρησμούς, όπως εν προκειμένω υπάρχει μια σύγχυση χρονική καθώς κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αισθάνθηκα πως το διήγημα περιέγραφε σκηνές από τα χρόνια της Χούντας και από το χρονικό του Πολυτεχνείου και δεν πρόβαλε τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Η έντονη κομματική αντιπαράθεση των Ελλήνων έχει ατονήσει εδώ και χρόνια έχοντας δώσει τη θέση της σε έναν καλά μεθοδευμένο ατομικισμό μέσα από τους μηχανισμούς της ξενομανίας, της υπερκατανάλωσης και των ατομικών συμφερόντων που επί σειρά ετών δούλευαν υποδόρια στη συνείδηση του ευκολόπιστου νεοέλληνα που θαμπώθηκε από τα μεγαλεία.

Η εμφάνιση δε ενός εμπρηστή ως παθογόνας προσωπικότητας που αρέσκεται να βάζει φωτιές, απέχει μακράν από την αληθινή αιτία και τους μοχλούς αυτών των φαινομένων. Αντίθετα, η προσέγγιση της νεοελληνίδας που βυθίζεται στις γυαλιστερές σελίδες των περιοδικών και οραματίζεται για σύντροφο κάποιον που μπορεί να της προσφέρει μια φανταχτερή ζωή αδιαφορώντας για τα υπόλοιπα στοιχεία της προσωπικότητάς του, είναι επιτυχής στο διήγημα «το περίπτερο». Ιδιαίτερα ρομαντική είναι η οπτική του διηγήματος «το ζαχαροπλαστείο» όπου η πρωταγωνίστρια δείχνει να αδιαφορεί για τον «υπαρξιακό στόχο κάθε Ελληνίδας», το γάμο, επειδή κάποτε φευγαλέα αισθάνθηκε το υπέρτατο ερωτικό σκίρτημα από έναν πελάτη του καταστήματός της. Ωστόσο, και αυτή η φιγούρα είναι ουτοπική αφού η σύγχρονη Ελληνίδα που έχει βγει στην επαγγελματική αρένα έχει αναπτύξει ιδιαίτερες αντιστάσεις στα συναισθήματά της και δεν έχει καμία σχέση πια με τη γυναίκα των ελληνικών ταινιών του 1960.

Καθώς η Χίσλοπ δεν εντοπίζει το χώρο και το χρόνο όπου διαδραματίζεται η αφήγηση, δημιουργείται σύγχυση και προκύπτουν ερωτηματικά και πραγματολογικές απορίες για την εν λόγω ιστορία. Ο χώρος είναι απόλυτα καθορισμένος μόνο στην ιστορία με τον τίτλο «ένα σούρουπο στην Κρήτη». Ομοίως στον «Χασάπη της Καράπολης» το εύρημα της Χίσλοπ να παίξει με την κυριολεκτική ιδιότητα του χασάπη και την μεταφορική χρήση του ουσιαστικού για να περιγράψει τα εθνικιστικά εγκλήματα του παρελθόντος από τη δεξιά και την φανατική έχθρα αριστερών και δεξιών την εποχή του εμφυλίου, είναι αξιόλογο, πλην όμως αυτές οι αντιπαλότητες δεν είναι πλέον σήμερα σε τέτοια έξαρση όπως τις περιγράφει. Όταν άρχισα να διαβάζω το διήγημα μεταφέρθηκα συνειρμικά στις εικόνες παλιάς ελληνικής ταινίας και για λίγο σαν να ξεπήδησαν μέσα από τις σελίδες οι «Βροντάκηδες και Φουρτουνάκηδες». Στην πορεία ωστόσο η λογοτεχνική οπτική της Χίσλοπ εξελίχτηκε ποιοτικά δίχως να αποφύγει τον ετεροχρονισμό που προαναφέρθηκε.

Εξαίσιο διήγημα ωστόσο από κάθε άποψη αποτελεί «το μάθημα». Η συγκλονιστική φιγούρα της παλιομοδίτικης δασκάλας που διδάσκει με την κλασική μέθοδο της τιμωρίας γράμματα στα Ελληνόπουλα, μπορεί να έχει συνταξιοδοτηθεί ή να έχει πεθάνει στις μέρες μας, όπως υπήρχε ως τη δεκαετία του 1970 και η σύγκρουση ανάμεσα στις παλιές και τις σύγχρονες εκπαιδευτικές μεθόδους έχει αποτυπωθεί με ευστοχία, επιβλητικότητα και γλαφυρότητα από την Χίσλοπ παρότι με αυτές ασχολήθηκε ιδιαίτερα και ο δικός μας Νίκος Καζαντζάκης. Η αναφορά της συγγραφέως και στον Κυπριακό Ελληνισμό και στους αγνοουμένους της Κύπρου από το δράμα του 1974, απογειώνει αυτή τη συλλογή ως έμμεση πηγή ηθογραφικής πληροφόρησης αλλά και ως ψυχογράφημα της πληγωμένης Κύπριας γυναίκας που δεν ξεχνά.

Στο ίδιο μοτίβο, στην παρέμβαση των Ελλήνων γονιών για το γάμο των παιδιών τους κινείται και το τελευταίο συγκινητικό διήγημα με τον τίτλο «Τελευταίος χορός» όπου ο έρωτας αναμετριέται με τη ρεαλιστική πραγματικότητα των πεζών αντιλήψεων. Η αγάπη με αντίποδα το χρήμα εξυφαίνουν ένα ευχάριστο, ρομαντικό αφήγημα που διεγείρουν τα συναισθήματα του αναγνώστη.
Οι τίτλοι των διηγημάτων και από μόνοι τους αναπαραστούν τις εικόνες της ελληνικής υπαίθρου. Το ζαχαροπλαστείο, το καφενείο, τα σούσουρα, οι δάσκαλοι και οι παπάδες των χωριών, το περίπτερο και οι χοροί, τα ήθη και τα έθιμα, οι πληγές και οι κρυφές σκέψεις, οι σκιές της τρομοκρατίας, προσπαθούν όλα συνθέσουν την γκρίζα και συνάμα νοσταλγική όψη της σύγχρονης Ελλάδας την οποία προσέγγισε επαρκώς με κάποιες ανακρίβειες η Χίσλοπ αλλά με λογοτεχνική δεινότητα. Δεδομένου ότι η ίδια διαθέτει μια ξένη προς την ελληνική κουλτούρα οπτική και προέβη σε ένα τέτοιο εγχείρημα, η απόπειρά της θεωρείται κατά προσέγγιση επιτυχής.
Ο τελευταίος χορός
Victoria Hislop
Εκδόσεις Διόπτρα

Αρθρογράφος: Πασχαλία Τραυλού
Critique Critique

Δεν υπάρχουν σχόλια: