Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Κάρολος Ντίκενς: Ο μεγάλος παιδαγωγός

Κάρολος Ντίκενς: ο μεγάλος παιδαγωγός
Ξεκινάω από μια φράση του συγγραφέα από το βιβλίο του «Τα δύσκολα χρόνια»: «Αν είχες μάθει λιγότερα, πόσο πιο καλά και πιο πολλά θα μπορούσες να διδάξεις!» για να συνεχίσω με την περιγραφή του Τόμας Γκράντγκραϊντ, ενός βιομήχανου που πρωταγωνιστεί στο έργο του Ντίκενς: «ήταν άνθρωπος της πραγματικότητας. Άνθρωπος των γεγονότων και των υπολογισμών. Ένας άνθρωπος που βαδίζει σύμφωνα με την αρχή ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα και τίποτα παραπάνω και δεν επιτρέπει να του μιλήσουν για τίποτ’ άλλο. Ένας αληθινά άπιστος Θωμάς. Με ένα χάρακα, μια ζυγαριά και με τον πίνακα του πολλαπλα-σιασμού πάντα στην τσέπη του, έτοιμος να ζυγίσει και να μετρήσει κάθε ανθρώπινο πακέτο και να σου πει ακριβώς την αξία του... Ίσως νομίζεις ότι θα βρεις μερικές άλλες ανόητες πεποιθήσεις μέσα στο κεφάλι του αλλά όχι!».
Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 1854 όταν τα εργοστάσια που βούιζαν νυχθημερόν στην Αγγλία ξερνούσαν φωτιές και καπνούς σαν τους δράκους των παραμυθιών και ορθώνονταν σαν αγέρωχα κάστρα καταπίνοντας για άλλη μια φορά το μόχθο και τα όνειρα του ανώνυμου πλήθους.
Πρώτα οι δυναστείες των βασιλιάδων, έπειτα οι κεφαλαιούχοι της βιομηχανικής επανά-στασης, τώρα οι μέτοχοι των τραπεζών και τα ανήσυχα πνεύματα ενός καλά κρυμμένου καπιταλιστικού συστήματος κάτω από την επίφαση της δημοκρατίας, διατηρούν την κυριαρχία τους  στο χρόνο, επειδή ακριβώς φροντίζει κάποιο εκπαιδευτικό σύστημα να παράγει και να αναπαράγει δυο κάστες ανθρώπων: τους υποταγμένους και τους «γεννημένους» ηγέτες, προσπαθώντας να είναι μάλλον «κληρονομική» σχεδόν «γονιδιακή» ετούτη η  ταξική διαδοχή.
Μη μας ξενίζει στις μέρες μας η έννοια της διαδοχής, διότι δυστυχώς υφίσταται και επανέρχεται δριμύτερη σε μια εποχή που η αστική τάξη αποδομείται και το ταξικό τρίπτυχο που επικράτησε τον τελευταίο αιώνα στην Ευρώπη και στην Αμερική μετατρέπεται ξανά στο κλασικό ανά τους αιώνες δίπολο των εξαθλιωμένων φτωχών και των πανίσχυρων αφεντάδων τους, στο οποίο είναι δύσκολη αν όχι ακατόρθωτη η μετάβαση από τη μια κοινωνική βαθμίδα στην άλλη. Μιλάμε επομένως για ένα είδος διαδοχής που δεν καθορίζεται από τη θεωρία του «γαλάζιου αίματος» αλλά από τις κοινωνικές συγκυρίες και από τις δυνατότητες της εκπαίδευσης που έχει τη δυνατότητα να απολαύσει κάθε τάξη.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα ιδιωτικά σχολεία της Ελλάδας απειλούνται με λουκέτο. Την «ποιοτική» εκπαίδευση απολαμβάνουν όχι πλέον οι ευκατάστατοι μέσοι Έλληνες και τα παιδιά τους αλλά εκείνοι των οποίων το βαλάντιο δεν επλήγη βάναυσα με τη μείωση ενός μισθού. Γιατί μισθός σημαίνει εργοδοτική εξάρτηση και κάθε μορφή εξάρτησης καθορίζει και το είδος της γνώσης που μπορεί να λάβει ο εξαρτώμενος. Συνεπώς, τα παιδιά της σύγχρονης εργατικής τάξης θα μαθαίνουν τα γράμματα που βολεύουν τους ηγέτες τους. Τα σχολεία των ισχυρών θα παράγουν ισχυρούς και τα σχολεία των αδυνάτων, αδυνάτους.
Διανύοντας σήμερα την περίοδο των «παχέων αγελάδων» για τα αφεντικά όλου του κόσμου, που έφτασε η στιγμή «να πάρουν το αίμα τους πίσω» για όλες τις παραχωρήσεις που έκαναν στο όνομα ετούτης της «βδελυρής δημοκρατίας» που τους ανάγκασε να κρύψουν το μαστίγιο και να αυξήσουν τη δόση του ...καρότου, οι εργαζόμενοι σήμερα δεν μοιάζουν με τον ήρωα του Ντίκενς, Στέφεν, εκείνο τον εργάτη που είχε το θάρρος να σταθεί απέναντι στο αφεντικό του και να παραιτηθεί για να αποφύγει τον χλευασμό και την περιφρόνηση των συναδέλφων του.
 Οι σύγχρονοι εργαζόμενοι κοιτούν απλώς τη δουλειά τους, λαϊκιστί το «τομάρι τους». Το ξεροκόματό τους. Διάγουμε τη φάση του ατομικισμού ή αλλιώς της «ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής συμπεριφοράς» κατά τη διατύπωση του φιλοσόφου Lechner, που σημαίνει απλά ότι πριν την επαναφορά του φεουδαρχικού στην ουσία συστήματος, οι ιθύνοντες νόες φρόντισαν για την αποδόμηση της κοινωνικής συνείδησης με συγκεκριμένη χειραγώγηση του πλήθους.
Αυτή η χειραγώγηση έγινε μέσω της εκπαίδευσης και των μέσων μαζικής ενημέρωσης  τα οποία αναμφίβολα σήμερα έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην αποχαύνωση των ανθρώπων. Ετούτη η αλλοτρίωση και η απομόνωση του ατόμου χάρη στην αποδοχή της μοναχικότητάς του, οδηγεί στην παραίτηση από οποιαδήποτε διεκδίκηση. Ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει να έχει αποδεχτεί το θάνατο κάθε ελπίδας, καΙ δεδομένου  ότι αυτή πεθαίνει τελευταία, δίνει την εντύπωση ότι και ο ίδιος είναι νεκρός προ πολλού, άνευρος, άψυχος απέναντι στις νέες καταστάσεις. Ένα φάντασμα που παραπαίει ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, σε τούτη την ενδιάμεση ζώνη του χάους, άτολμος μπρος στο ενδεχόμενο της δράσης.
Πέρα από την ιδιωτική παιδεία που αποτελεί το παντεσπάνι πλέον των ισχυρών, ποιος είναι ο ρόλος της δημόσιας εκπαίδευσης στην κατολίσθηση των αξιών;
Ήδη στα 1800 ο Ντίκενς κάνει λόγο για τις τάσεις ενός εκπαιδευτικού συστήματος που προετοιμάζει τη νέα γενιά των δούλων και τη νέα τάξη των ισχυρών. Τα παιδιά των ισχυρών μαθαίνουν από νωρίς πώς να γίνουν «άνθρωποι των γεγονότων» σαν τη Λούσι και τον Τομ, τα παιδιά του Τόμας Γκράντγκράιντ, ενός δάσκαλου που όταν «τα μάτια του στρέφονταν προς τα παιδιά, έμοιαζαν με ένα είδος κανονιού γεμάτου ως την μπούκα με γεγονότα», αποφεύγοντας να τα διδάξει πώς να σκέφτονται, πώς να ενεργοποιούν τη φαντασία τους και πώς να αναλύουν και να διαχειρίζονται τα γεγονότα αυτά. Αρκούσε μόνο να αποστηθίζουν λόγια... Λόγια που δεν χρειάζεται να επεξεργάζονται και να κατανοούν...
Γιατί πολύ απλά ο Τόμας Γκράντγκραϊντ, δεν είναι παρά το ίδιο το σύστημα που αναπαράγει τον εαυτό του φτιάχνοντας τα ανδρείκελα που χρειάζεται για να το συντηρούν. Ο υπολογιστής άνθρωπος των γεγονότων γεννά τα αντίγραφά του. Τα παιδιά του γίνονται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν του, αδυνατώντας να ξεφλεβίσουν από το δρόμο των γεννητόρων του, αφού αγνοούν το  πώς είναι εφικτό να συμβεί κάτι τέτοιο.
Είναι ο ίδιος άνθρωπος, παρά τους τρεις αιώνες που έχουν μεσολαβήσει, ο οποίος εκπαίδευσε τον νεοέλληνα ώστε να γίνει ανόητος, διδάσκοντάς τον πως η ζωή είναι μόνο απόλαυση, κραιπάλη και ξέφρενο γλέντι αφήνοντάς τον να νομίσει για λίγο πως έγινε βασιλιάς. Τώρα όμως, σε τούτη την ύστατη ώρα της ύφεσης σε κάθε τομέα, τον έστησε αντίκρυ στον καθρέφτη για να δει το αληθινό του είδωλο, έναν κακομοίρη κουρελή που τρέμει κάθε φορά που ανοίγει ο αφέντης το στόμα του για να γελάσει ή για να πει μια κουβέντα.
Ο Ντίκενς μάλλον ήταν προφήτης όπως οι περισσότεροι φωτισμένοι συγγραφείς που διαθέτουν εκείνα τα πνευματικά φίλτρα που τους επιτρέπουν να διαπερνούν τη θέα του παρόντος και να ψηλαφούν με τη φαντασία τους το σχήμα του μέλλοντος.
Έχω την αδιάσειστη πεποίθηση πως η εποχή που περιγράφει στο βιβλίο του είναι η δική μας. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και μάλλον  πιο ξεχειλωμένη και άμορφη ετούτη τη φορά. Τα δικά του δύσκολα χρόνια, αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, αρχίζουν να ταυτίζονται απόλυτα με τα δικά μας. Άνθρωποι φτωχοί, σκυφτοί, σιωπηλοί, δίχως στόμα, με πεινασμενα στομάχια και κουρασμένα από τις φανφάρες αυτιά, δουλεύουν – όσο μπορούν να δουλεύουν – για ένα ξεροκόματο.  Παιδιά λιποθυμούν από πείνα στα προαύλια των σχολείων. Τα ωράρια εργασίας τείνουν να αυξηθούν. Η αργία του σαββατοκύριακου απειλείται ήδη. Ο χρόνος που απομένει για Φαντασία και Στοχασμό συρρικνώνεται. Και η εκπαίδευση έπαψε να είναι τέχνη αλλά εργοστάσιο. Ένα εργοστάσιο που παράγει ασταμάτητα δούλους και αφέντες.
Κι αυτή η παθητικότητα πού οφείλεται; Επειδή τα παιδιά των εργατών  του Ντίκενς άρχισαν να μαθαίνουν πολλά σαν τον Μπάουντερμπι, έναν άλλο του ήρωα, γόνου πάμφτωχης οικογένειας.  Παιδιά που ορκίστηκαν κάποτε να βγουν απ’ τη λάσπη σκαρφαλώνοντας και έρποντας ως την κορφή της κοινωνικής πυραμίδας, πετώντας στο δρόμο τους σαν άχρηστα βαρίδια τις ηθικές, ανθρωπιστικές αξίες και παίζοντας το παιχνίδι σύμφωνα με τους κανόνες του συστήματος. Έγιναν υποστηρικτές του συστήματος που τα είχε καταπιεί. Το μυαλό έμαθε να σκέφτεται με αριθμούς. Το συναίσθημα εξοστρακίστηκε από παντού και έμαθαν πως η η ζωή είναι ένα μάτσο κουμπιά που κινούν έναν κένσορα στην οθόνη κάποιου υπολογιστή.
Επομένως, Έλληνα, Γάλλε, Ιταλέ, Πορτογάλε, Ισπανέ παρ’ το απόφαση, πως είσαι το φαντασματάκι-παλιάτσος του αφέντη σου. Μέσα από το σχολείο σου μαθαίνεις να μην υπάρχεις. Να μην είσαι τίποτε παρά μονάχα μια κηλίδα μελάνη που αφήνει ο εκτυπωτής πάνω στο χαρτί του αφεντικού σου... Αρκεί να πετάξει ετούτο το χαρτί στο καλάθι των αχρήστων για να σβήσεις κι εσύ σαν να μην γεννήθηκες ποτέ σου... Μαθαίνεις τόσα πολλά για να μην προφταίνεις ποτέ να ανακαλύψεις εκείνα τα λίγα που μπορούν να σε σώσουν...
Αν το βιβλίο του Ντίκενς διδασκόταν στα σχολεία μας, αν μια ολόκληρη χρονιά τα παιδιά μας διάβαζαν δέκα σελίδες από ετούτο το έργο, κλέβοντας ίσως λίγο χρόνο από το πρόγραμμα της επίσημης εκπαίδευσης, ίσως να διδάσκονταν περισσότερα...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: