Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

1Q84. Xαρούκι Μουρακάμι

1Q84

Xαρούκι Μουρακάμι
Χαρούκι Μουρακάμι, 1Q84



Το πρώτο από τα τρία μυθιστορήματα του magnusοpus του Χαρούκι Μουρακάμι είναι αρκετό για να αντιληφθεί κανείς το βάθος και τις πολυσχιδείς διακλαδώσεις του θέματός του ή μάλλον του κύκλου της θεματολογίας με την οποία επέλεξε να ασχοληθεί. Έργο πολυεπίπεδο και συνάμα απολαυστικό, που ρέει αβίαστα κρύβοντας εκπλήξεις πίσω από την αφθονία μιας εξαντλητικής και παρά ταύτα απολαυστικής περιγραφής, εστιάζοντας στις υλικές λεπτομέρειες για να αναδείξει την πνευματικότητα και τη σκοπιμότητα των ανθρώπινων ενεργειών. Ίσως η πεμπτουσία της τέχνης του είναι αυτή ακριβώς: η ανάδειξη του υλικού ως μέσο κατάκτησης του πνευματικού. H προβολή ενός ιδιαίτερου παγοκόφτη ως την πρωτότυπη λύση αποκατάστασης μιας εκκρεμούσας επί αιώνες ηθικής τάξης...

Ο Μουρακάμι μοιάζει μέσα στα έργα του να ανοίγει ένα καινούργιο μονοπάτι λογοτεχνικής περίσκεψης και αφηγηματικής διείσδυσης στα νοήματα, όπου το παραμύθι παίρνει τη θέση της πραγματικότητας και η πραγματικότητα, όσο εφιαλτική και να είναι, αποκτά παραμυθικές διαστάσεις.Ενώ μοιάζει να φωτογραφίζει την αντικειμενική πραγματικότητα και ταυτόχρονα να παίρνει λήψεις από στοπ καρέ στοχασμών των πρωταγωνιστών του, η τεχνική του απέχει πολύ από την απλή αποτύπωση σκέψεων ή καταστάσεων. Ο Μουρακάμι δε φλυαρεί, δε πλατυάζει. Αντιθέτως, μετρά το ανάστημα κάθε του λέξης και την τοποθετεί πάντα σαν εκπαιδευμένο στρατιώτη στο κατάλληλο μετερίζι.

Σε ολόκληρο το βιβλίο ο γενναιόδωρος αυτός υπηρέτης του μυθιστορήματος φιλοσοφεί, περιγράφει, αναλύει και πλέκει τους ιστούς μιας εξαιρετικά ιδιάζουσας ιστορίας, δίχως στιγμή να κουράζει. Στοχασμός, φιλοσοφική εμβάθυνση, πολιτικός σχολιασμός, κοινωνιολογική διείσδυση και προπαντός πλοκή, πλοκή που στιγμή ο συγγραφέας δεν ξεχνά να την ξετυλίγει αβίαστα και ερεθιστικά, κεντρίζοντας συνεχώς την περιέργεια του αναγνώστη με τα απροσδιόριστα "ανθρωπάκια" του. Ο αναγνώστης τρέχει πίσω από τα σύμβολα του Μουρακάμι, σαν λαίμαργα ψάρια πίσω από δόλωμα ψαρά. Τα σύμβολά του μοιάζουν με όργανα καλοκουρντισμένα σε μια ορχήστρα που για καιρό προβάρει ασταμάτητα το έργο ώσπου κατέκτησε και εκτελεί άψογα την αισθαντικότητά του δίχως ίχνος λάθους τεχνικής και αισθητικής. Καμιά παραφωνία, καμία νότα περιττή και αταίριαστη στο κουαρτέτο των στοχασμών και των αισθήσεων.

Η αφήγηση αναπνέει, άλλοτε με την ταχυπαλμία της ερωτικής έξαψης και άλλοτε με τη χαλαρή ανασεμιά της νοσταλγίας. Η ένταση εναλλάσσεται με τη γαλήνια εξέλιξη της ιστορίας, ή μάλλον των παράλληλων ιστοριών του, αφήνοντας το περιθώριο, χάρη σε αυτές τις υφέσεις της έντασης, ο αναγνώστης να αναλογίζεται τις ιδέες που πραγματεύεται ο συγγραφέας και να "αισθάνεται" την αφήγησή του, όσο οι παράλληλοι κόσμοι τείνουν να συναντηθούν σε μια αριστοτεχνικά δομημένη κορύφωση της πρωτοεπίπεδης πλοκής.

Τις ιδέες του ο Μουρακάμι δεν τις προσφέρει εύκολα και ...ακαπέλα. Τις μεταμορφώνει σε ιστορία θελκτική. Ο αναγνώστης γίνεται ο κυνηγός τους και τι πιο ερεθιστικό γιαυτόν από το ρόλο του θηρευτή ενός καλά κρυμμένου θησαυρού ή του γητευτή ενός μυστικού. Ενός μυστικού που δεν έχει να κάνει απλώς με μια συμβατική ανθρώπινη ζωή και καθημερινότητα αλλά ενός μυστικού που αποτελεί όχι μόνο την ανταμοιβή του αναγνώστη για την απολαυστική παρακολούθηση της ιστορίας αλλά την κατακλείδα- συμπέρασμα των δυο κεντρικών ιδεολογικών αξόνων του δημιουργού που δεν είναι άλλοι από την τέχνη της γραφής και από την πάλη των φύλων που απαιτεί κι αυτή να αναχθεί σε τέχνη περιπετειώδη και και κοπιαστική για να επέλθει το αντάμωμα και η συμφιλίωση.

Στη διάρκεια της αφήγησής του ο συγγραφέας κρύβει πίσω από τα προφανή νοήματα των λέξεων, δευτερογενείς και τριτογενείς ίσως σημασίες οι οποίες ξετυλίγουν το κουβάρι της δικής του λογοτεχνικής περιπέτειας. Μέσα από τους φυσικότατους διαλόγους των ηρώων, αποκαλύπτει τα βήματα της λογοτεχνικής δημιουργίας. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Σε κάποια χρονική στιγμή, ο κόσμος που ξέρω εξαφανίστηκε ή έφυγε από το προσκήνιο κι ένας άλλος πήρε τη θέση του. Όπως όταν αλλάζει η τροχιά του τρένου. Με άλλα λόγια, το μυαλό μου τώρα ανήκει στον προηγούμενο κόσμο, αλλά αυτός έχει ήδη μεταλλαχτεί. Μέχρι τώρα οι αλλαγές της πραγματικότητας επιτελέστηκαν σε περιορισμένο αριθμό. Το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου που γνώριζα έχει διαφυλαχτεί στον καινούργιο, γι’ αυτό και ως τώρα οι συγκκριμένες αλλαγές δεν έχουν (σχεδόν καθόλου) δημιουργήσει εμπόδια στην καθημερινή μου ζωή. Όμως με το πέρασμα του χρόνου, οι «αλλαγές που έχουν ήδη συντελεστεί» είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα δημιουργήσουν άλλες, μεγαλύτερες διαφορές γύρω μου. Θα μεγαλώνουν σιγά σιγά και σε κάποιες περιπτώσεις ενδέχεται να καταστρέψουν την ορθότητα των πράξεών μου, να με κάνουν να διαπράξω λάθη κυριολεκτικά μοιραία. Παράλληλοι κόσμοι».

Αν αυτή η περιγραφή δεν αποτελεί την αποτύπωση της ψυχοσυναισθηματικής διαδικασίας της μετάβασης του δημιουργού από την αντικειμενική πραγματικότητα στον κόσμο των ιδεών του, ίσως καμία άλλη να μην μπορέσει να εκφράσει τη μαγεία αυτής της ανεξήγητης έκστασης η οποία διακατέχει τον συγγραφέα κατά το δημιουργικό του οίστρο, καθιστώντας τον συμμέτοχο δύο κόσμων παράλληλων μεν αλλά αλληλεπιδρώντων.

Αντιθέτως, στη σελίδα 234 μας δίνει εύσχημα και διακριτικά τον ορισμό της επιστήμης με τον οποίο την αντιδιαστέλλει από την τέχνη: ένας από τους σκοπούς της επιστήμης μου, θα πει χαρακτηριστικά ο Καθηγητής (όπως αποκαλεί έναν του ήρωα), είναι να παίρνω από τους ανθρώπους τις ατομικές εικόνες που έχουν μέσα τους, να τις σχετικοποιώ και να τους τις επιστρέφω μαζί με τις κοινές συνισταμένες που ανακαλύπτω. Με τη διαδικασία αυτή οι άνθρωποι ίσως καταφέρνουν να ανήκουν σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο, αλλά να κρατούν παράλληλα και την αυτονομία του».

Παράλληλη άποψη προς αυτήν διατυπώνεται στο σημείο μιας συνομιλίας περί τέχνης του Τένγκο με τη Φουκαέρι:

"Αντικαθιστάς το τοπίο γύρω σου, με τις δικές σου λέξεις και επιβεβαιώνεις τη δική σου ανθρώπινη υπόσταση". Κατά συνέπεια, η επιστήμη έχει ως στόχο το σύνολο, ενώ είναι αποτελεί μια εξατομικευμένη εμπειρία ως σύλληψη και ως πρόσληψη.

Αναζητώντας τον λόγο για τον οποίο ο Μουρακάμι παρουσιάζει την ηρωίδα του Φουκαέρι να δημιουργεί ένα μεγαλειώδες έργο δίχως να διαθέτει συγγραφικό δαιμόνιο και την καλλιέργεια του πνεύματος που προαπαιτούν συνήθως οι κριτικοί για να αξιολογήσουν τη λογοτεχνική επιδεξιότητα, βρισκόμαστε ενώπιον μιας σημαντικής σημειολογικής ανακάλυψης: Ο Τένγκο συμβολίζει τη γλώσσα με την οποία ντύνεται η ιδέα ενώ η Φουκαέρι συμβολίζει την ιδέα καθεαυτή. Ο αρσενικός νους του Τένγκο, σαν παρέθετη μητέρα, κυοφορεί τη σύλληψη της θηλυκής Φουκαέρι προκειμένου να γεννηθεί το τέλειο δημιούργημα. Ετούτη η συμβολική συνάντηση του αρσενικού και του θηλυκού και συνάμα το σμίξιμο του λόγου και της γλώσσας αποτελούν ίσως τα σημαντικότερα μυθιστορηματικά σύμβολα του Μουρακάμι με τα οποία περιγράφει και νοηματοδοτεί μια καθ' όλα ρομαντική φαινομενικά μα συγκλονιστική ερωτική ιστορία. Αναμφίβολα, γνωρίζει εκ προοιμίου όχι τι θέλει να αποκαλύψει στο βιβλίο του, αλλά τι επιδιώκει να κρύψει πίσω από τα σύμβολά του. Ξέρει καλά πώς να διαχειριστεί τον λεκτικό και ιδεολογικό εξοπλισμό του, τα μυθιστορηματικά του ευρήματα, και το μέγεθος μιας κοινωνικής αλήθειας που προκαλεί τη λογοτεχνική του αντίδραση. Πρώτη ύλη του σίγουρα είναι και η φρίκη που καταφέρνει ακόμη και αυτή να τη μεταμορφώσσει σε λόγο ποιητικό.

Με μια ακόμη προσέγγιση, το σμίξιμο της ιδέας της Φουκαέρι με τη γλωσσική αναβάθμιση που της προσφέρει ο Τένγκο και η γέννηση του λογοτεχνικού απροσδόκητου, του τέλειου και ανεξίτηλου στο διηνεκές, υποδηλώνει ίσως ότι η ιδέα είναι γέννημα αυθεντικό της στιγμής, ενώ το έργο αποτέλεσμα επίπονης δουλειάς και γνώσης.

Οι κεντρικοί του ήρωες στην αρχή φαίνονται να είναι δύο. Ο Τένγκο και η Αομάμε. Στην πραγματικότητα όμως είναι τρεις. Το θηλυκό στοιχείο υπερτερεί, σαν να του αναγνωρίζει ένα προβάδισμα ή σαν να επιδιώκει να ισοσταθμίσει την αδικία που αυτό έχει υποστεί. Η Φουκαέρι αποτελεί την ήπια δύναμη του έργου, τη σιωπηλή σχεδόν αμίλητη ύπαρξη που επινοεί ωστόσο ή θυμάται την απίστευτη ιστορία που καταγράφει στο γεμάτο ατέλειες μεγαλειώδες έργο της. Πίσω από το προσωπείο αυτής του της ηρωίδας βρίσκεται η έννοια της έμπνευσης. Στο πρόσωπό της ο δημιουργός συναιρεί όλες τις φάσεις της δημιουργικής διαδικασίας που αποτυπώνει ο Προυστ στη συλλογιστική του περί τέχνης: τα έργα προϋπάρχουν μέσα στους δημιουργούς και εκείνοι απλώς κάποια στιγμή ανασύρουν τα θολά, σπασμένα κομμάτια από τη μνήμη τους. Χρέος τους είναι να τα συναρμολογήσουν, να τα αναδείξουν, τινάζοντας τη σκόνη του απροσδιόριστου χρόνου που τους κρατούσε χώρια απ' αυτά και αποκαθιστώντας τις απώλειες απ' τα ραγίσματα που προκαλεί πάντα η συγγραφική σκαπάνη.

Γι’ αυτό και ο Τένγκο που αισθάνεται τεράστια έλξη να ξαναγράψει την ιστορία της Φουκαέρι για να αναδείξει τα θολά της σχήματα είναι υποψιασμένος με τις "χάσεις" που συμβαίνουν τη νόησή του κάποιες στιγμές. Από τις μεταβάσεις δηλαδή σε απροσδιόριστους χώρους και χρόνους όπου ξέρει ότι έχει ξαναζήσει μα αδυνατεί να χαρτογραφήσει την ακριβή θέση τούτων των λεπτομερειών μέσα στη θύμησή του. Βάλλεται από θραύσματα μνήμης που απαιτούν απ' αυτόν την τοποθέτησή τους στο τοπίο της ζωής του ή της ζωής των ηρώων του. Και όσο δέχεται αυτές τις επιθέσεις και έρχεται σε επαφή με το έργο της Φουκαέρι, την πρώτη ύλη ενός ακατέργαστου βιβλίου που απαιτείται να ξαναγραφτεί για να επιτύχει το σκοπό της κοινώνησής του στο σύνολο των ανθρώπων, κάτι του υπενθυμίζει ότι αυτή η ιστορία, κάπως, κάποτε του ανήκε... Υπήρχε μέσα του ή εκείνος μέσα σ’αυτή...

Δεν υπάρχει αμφιβολία για τον έμπειρο αναγνώστη ότι στο πρόσωπο του Τένγκο ο Μουρακάμι συναντιέται και συνομιλεί με τον δημιουργικό του εαυτό. Την τέχνη του ακούσια περιγράφει όταν αναφέρει ότι ο ήρωάς του ήταν γεννημένος τεχνίτης, είχε την οξεία αυτοσυγκέντρωση ενός πουλιού που κόβει βόλτες στον ουρανό σε αναζήτηση θηράματος και την υπομονή ενός γαΪδάρου που κουβαλάει νερό, αποδεικνύοντας ότι ο δημιουργός είναι πάντα μέσα στο έργο και παρατηρητής του από απόσταση τόση όση χρειάζεται για να βλέπει το κάδρο ίσιο ή λοξό.

Η Αομάμε από την άλλη είναι η γυναίκα, ή μάλλον ο εαυτός που κατακτά μέσα από τις ζυμώσεις των τραυματικών εμπειριών της με την ψυχική της δυναμική. Τα αποθέματα αντοχής της γυναικείας οντότητας, θα έλεγε κανείς ότι σχεδόν εξυμνούνται από τον δημιουργό. Πλάθει σαν νέος θεός ένα σύμπαν από την αρχή, με τη γυναίκα κατακτητή και εκδικητή του ανθρώπινου κόσμου και τον άντρα ταπεινό κυνηγό του πνεύματός της. Η γυναίκα από την πένα του Μουρακάμι καταλύει κάθε είδους έμφυλα στερεότυπα δυναμιτίζει τη σιωπή της μετατρέποντας το τραύμα σε κρυφό πάθος. Η συμπεριφορά της θυμίζει αρσενική σκέψη και ηγεμονική αρρενωπότητα. Είναι ωμή και ασυμβίβαστη. Η μοναξιά ανάγεται σε σύμβολο της αγέρωχης δύναμής της στα μάτια των άλλων. Για την ίδια όμως είναι απλός σεβασμός στο ιδανικό του αγνού και ανόθευτου από τη σαρκική επαφή έρωτα. Ενώ μοιάζει να αντιμετωπίζει τη συνουσία σαν γενετήσια ορμή και μόνο ή σαν στιγμιαία εκτόνωση των κολπικών μυών, διατηρεί τον έρωτα στο εξιδανικευμένο βάθρο του, την εποχή της πλατωνικής συνάντησης δύο παιδικών ψυχών που έρωτας σημαίνει το άγγιγμα των χεριών τους.

Όπως είναι προφανές, η Αομάμε όπως και η Φουακέρι, συνταιριάζει ένα ζεύγος αντιφατικών χαρακτηριστικών: τη βιαιότητα και την ωμότητα με την αγνότητα ενός ρομαντισμού κρυμμένου σαν φυλακτό στο σκοτεινό βυθό της μνήμης,όπου κανείς δεν έχει τη δυνατότητα να της την κλέψει.

Ιδωμένη από μια άλλη οπτική η Αομάμε θα μπορούσε να είναι η ιδανική γυναίκα που δίχως να αποβάλλει τον αγνό, θηλυκό εαυτό της, έχει τη δύναμη να πάρει τη ζωή στα χέρια της για να διεκδικήσει ισότητα και να γυρέψει εκδίκηση για τα δεινά που της προκάλεσε το αρσενικό. Το αγόρι των παιδικών της χρόνων απομένει μέσα της ως το ιδανικό αρχέτυπο ενός συμπάσχοντος αρσενικού. Η Αομάμε από την άλλη, είναι η μετεξέλιξη του παθητικού θηλυκού που αναλαμβάνει επιτέλους τη διαχείριση του πεπρωμένου της και το οποίο, για να φτάσει στο ξέφωτο της αγάπης και της ένωσης με το αρσενικό πρέπει πρώτα να διασχίσει το σκοτάδι του μίσους που τη χωρίζει από εκείνο.

Μάστορας πραγματικά ο Μουρακάμι στις σκηνές που περιγράφει την ψυχολογία της Αομάμε προκαλώντας σχεδόν αισχύλια ταύτιση με την ηρωίδα που είναι θύμα και θύτης ταυτόχρονα.

Η εισχώρηση του συγγραφέα στις πιο λεπτές εκφάνσεις της γυναικείας ψυχολογίας είναι αναμφίβολα δείγμα ενδελεχούς μελέτης των έμφυλων φαινομένων που μαστίζουν ακόμη τον κόσμο και η προσέγγισή του είναι δυναμική και πρωτοπόρα, εφάμιλλή ίσως με εκείνη του Ίψεν στο Κουκλόσπιτο. Το εύρημα του Μουρακάμι για την εξόντωση των αρσενικών που κακοποιούν ατιμωρητί τις αδύναμες γυναίκες τους,είναι εντυπωσιακό, θυμίζοντας την ευρηματικότητα αστυνομικού μυθιστορήματος σε εκείνα τα σημεία. Και πάλι ωστόσο, ακόμη και στις περιγραφές των περιπετειών των ηρώων του ο Μουρακάμι δεν ξεχνά στιγμή το στόχο του, την καθοδήγηση του αναγνώστη ώστε να παρακολουθήσει την κοπιώδη Οδύσσεια των δυο ηρώων, του Τένγκο και της Αομάμε εως ότου να συναντηθούν. Η συνάντηση αυτή δεν είναι άλλο από το εν γένει αντάμωμα του θηλυκού και του αρσενικού, μέσα από μια διαδικασία κατά την οποία το αρσενικό ξεπερνά την απόλυτα ζωώδη του φύση και το θηλυκό τιθασεύει το θυμικό του για να μπορέσουν να συνυπάρξουν. Και η Οδύσσειά τους, δεν προϋποθέτει την παθητική αναμονή του θηλυκού και την κοπιώδη προσπάθεια του άντρα ταξιδιώτη στο χώρο και στο χρόνο. Βιώνουν και οι δυο την περιπέτεια της εμπειρίας και της γνώσης ταξιδεύοντας στο σύμπαν των ιδεών. Το αρσενικό μάλιστα φαίνεται να είναι πιο κοντά στην αυτοπραγμάτωση ενώ το θηλυκό αυτή τη φορά διανύει τα δύσβατα μονοπάτια που εκείνο διέσχισε νωρίτερα: ανακαλύπτει τη δύναμη του κορμιού, την απογύμνωση του έρωτα, το έρεβος των συναισθημάτων που συνδέονται αρχέτυπα με την έννοια της δύναμης, την εκδίκηση, το μίσος, την αμείλικτη αποφασιστικότητα. Όμως στην άκρη του μυαλού τους, σ' εκείνη τη γωνιά όπου όλοι φυλάσσουμε τις μύχιες σκέψεις, αναπολούν το φως ενός αγνού αγγίγματος.

Το εντυπωσιακό με τον Μουρακάμι είναι ότι η απλότητα του λόγου δεν στερεί τη στοχαστικότητα από το έργο. Ότι η λογική επεξεργασία του γλωσσικού του ρυθμού δεν στερεί διόλου από το έργο την αίσθηση της λυρικότητας όπου χρειάζεται, και η ένταση της ωμής περιγραφής δεν δημιουργεί την αίσθηση της πεζότητας ούτε απογυμνώνει το μυθιστόρημα από το ατμοσφαρικό, σχεδόν παραμυθικό του περίβλημα. Το ενιαίο ύφος αυτού του έργου με όλες τις εμβαθύνσεις και τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις που γίνονται ωστόσο ανεπαίσθητα σαν σαγηνευτικά αγγίγματα, χαρίζουν στο έργο τη φρεσκάδα της πρωτοτυπίας κάνοντάς το θελκτικό σαν καινούριο έρωτα.

Η παραμυθική αλληγορία και ο μαγικός ρεαλισμός ανταμώνουν σε κάποιες σελίδες του βιβλίου καθιστώντας το ακόμη πιο απολαυστικό:

Το φεγγάρι παρακολουθούσε τη Γη από κοντά περισσότερο χρόνο από οποιονδήποτε άλλο. Πρέπει να είχε δει όλα τα φαινόμενα και όλα τα διαδραματισθέντα στον πλανήτη. Όμως παρέμενε σιωπηλό. Δεν έλεγε ιστορίες. Μόνο κρατούσε σφιχτά στους κόλπους του το βάρος του παρελθόντος, απόμακρο και καθώσπρέπει. Το φεγγάρι δεν είχε ούτε ατμόσφαιρα ούτε ανέμους. Το κενό του ήταν ο ιδανικός χώρος για να διατηρεί κάποιος τις αναμνήσεις του άθικτες. Κανένας δεν μπορούσε να ξεκλειδώσει την καρδιά του φεγγαριού. Η Αομάμε σήκωσε το ποτήρι της προς το μέρος του και το ρώτησε:

Έχεις κοιμηθεί αγκαλιά με κάποιον τελευταία;

Το φεγγάρι δεν απάντησε.

Έχεις φίλους;

Το φεγγάρι δεν απάντησε.

Δεν σε κουράζει να μας το παίζεις τόσο ψύχραιμο;

Το φεγγάρι δεν απάντησε.

Ο Μουρακάμι διδάσκει, όχι σαν δάσκαλος μα σαν πρωτόγονος άνθρωπος που δείχνει στην πράξη στο παιδί του πώς να κυνηγά και να συλλέγει καρπούς για να ζήσει. Προκαλώντας το θαυμασμό του. Κάνοντάς το να αγαπήσει τη ζωή, το δίκιο και τη φύση. Στις λιτές ερωτήσεις του που απευθύνονται προς το φεγγάρι κρύβει το νόημα του έρωτα, της αγάπης και της τέχνης. Ακολουθώντας τα χνάρια του Σωκράτη, παίζοντας το παιχνίδι της άγνοιας, υποδεικνύει στον άνθρωπο κάθε εποχής τις αξίες της ζωής τις οποίες αν δεν τις γνωρίσει, δεν έζησε, επειδή "κουράζει να το παίζει πάντα ψύχραιμος..." Επειδή πάντα παραμονεύουν τα "ανθρωπάκια", οι ταπεινοί, χαμερπείς, σκοτεινοί εαυτοί.




Δεν υπάρχουν σχόλια: