Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Γενικές οδηγίες προς ... ναυτιλωμένους στις θάλασσες της γραφής.

Aγαπητοί φίλοι και φίλες,
Ομολογώ ότι χάρηκα ιδιαίτερα με τις απροσδόκητα πολλές συμμετοχές στο λογοτεχνικό μας παιχνίδι παρά το γεγονός ότι ήδη έχουν αρχίσει οι καλοκαιρινές διακοπές και λίγο πολύ διάγουμε περίοδο ανάπαυλας από όλες τις κοπιαστικές δραστηριότητες. Αυτό για μένα αποτελεί ένδειξη δίψας∙ δίψας για έκφραση και αγάπης για τη γραφή. Και αυτή η παρατήρηση αποτελεί τον πρώτο λόγο για τον οποίο σας συγχαίρω. Ο δεύτερος λόγος, είναι η τόλμη σας να κυνηγήσετε το όνειρό σας. Πάντοτε είχα τη γνώμη ότι ο ... τολμών νικά, και αν δεν νικά πάντοτε, τουλάχιστον δεν του μένει απωθημένο το ότι δεν διεκδίκησε τη νίκη. Αναμφίβολα ωστόσο, κάθε τόλμημα αφήνει μια εμπειρία και ίσως στη ζωή αυτό να αποτελεί και τη σπουδαιότερη ανθρώπινη κατάκτηση και το σημαντικότερο μέσο της εξέλιξής μας.
Ας περάσουμε όμως στην ουσία:
1. Δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι υπάρχει ήδη η έναρξη της ιστορίας που επίκειται να διαμορφωθεί, πράγμα που σημαίνει ότι, εφόσον ήδη έχουμε ήρωες που έχουν φωνή και συγκεκριμένες μυθιστορηματικές συμβάσεις (μιλούν σε πρώτο πρόσωπο) και κατά συνέπεια έχει σχηματιστεί το προσωπικό, προφορικό προφίλ τους, είναι αναγκαίο να μην ξεφύγετε απ’ αυτό το στυλ ομιλίας των ηρώων σε πρώτο πρόσωπο για τη διασφάλιση της ομοιογένειας και ομοιομορφίας του αποτελέσματος.
2. Η συνέχεια της ιστορίας που δίνεται κάθε φορά θα πρέπει να τελειώνει με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζει τις απαραίτητες «λαβές» και τα αναγκαία «εναύσματα» για να ακολουθήσει η επόμενη ανάρτηση. Υπήρξαν κάποια συμπαθέστατα κείμενα τα οποία όμως ολοκλήρωναν την ιστορία, άρα δεν θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε τη νουβέλα σε δέκα συνέχειες όπως ορίζουν οι οδηγίες του διαγωνισμού και το παιχνίδι μας θα ολοκληρωνόταν στην πρώτη κιόλας απόπειρα. Η επισήμανση αυτή αποτελεί μία από τις βασικότερες δυσκολίες της νουβέλας και του μυθιστορήματος, διότι ο συγγραφέας καλείται να διαχειριστεί με οικονομία τον αφηγηματικό χρόνο και να επινοεί ευρήματα ώστε να αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα συγγραφικής δράσης παρακάτω. Κάποιοι βεβαίως μας εντυπωσίασαν με τα ευρήματά τους και πάτησαν γερά πάνω σ’ αυτή την αρχή.
3. Λογοτεχνία είναι το αποτέλεσμα του επιτυχούς συνδυασμού εκφραστικής ικανότητας και θεματικής ευρηματικότητας. Πολύ απλά, στη λογοτεχνία μετρούν εξίσου το πώς και το τι. Σε κάποια κείμενα – στα λιγότερα- υπερτερούσε η εκφραστική δεινότητα, σε κάποια άλλα, η πρωτοτυπία ενώ η έκφραση δεν είχε προφτάσει να ωριμάσει (αυτό βεβαίως δικαιολογείται όταν υπάρχουν πιεστικές προθεσμίες). Επίσης, υπήρξαν και κείμενα μέτρια και στους δύο τομείς. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι όσοι προσπάθησαν πρέπει να πάψουν να προσπαθούν. Μπορεί να έφταιξε το θέμα, ή η στιγμή ή η έλλειψη ετοιμότητας και ωριμότητας προς το παρόν για ένα τέτοιο εγχείρημα. Θα μας ενδιέφερε μάλιστα στην επόμενη συνέχεια, που, εννοείται, ότι μπορείτε να συμμετέχετε πάλι όλοι (εμείς δεν κουραζόμαστε να διαβάζουμε), να αναγράφετε δίπλα από το όνομά σας και την ηλικία σας.

4. Ένα βασικό σφάλμα που εντοπίστηκε είναι η πάγια προσπάθεια του αρχάριου να εντυπωσιάσει λεκτικά, με αποτέλεσμα το κείμενο να θυμίζει περισσότερο δοκιμιακή γραφή παρά λογοτεχνία. Κανόνας βασικός: αφήνουμε τον εσώτερο εαυτό μας να εκφραστεί, έχοντας βεβαίως αφομοιώσει τις αρχές του γλωσσικού μας κώδικα. Στη λογοτεχνία επιτρέπεται το «σπάσιμο της φόρμας» κάποιες φορές, όχι όμως το «σπάσιμο του γλωσσικού κώδικα». Εν ολίγοις, ό,τι κι αν γράφουμε και όπως κι αν το γράφουμε, με ελλειπτικές προτάσεις ή με επαυξημένες, με καλολογικά στοιχεία ή χωρίς, με συμβολισμούς ή με άκρως ρεαλιστική γραφή, πρέπει να είναι εύληπτο και σαφές. Οι λεκτικοί ακροβατισμοί πρέπει να βγαίνουν πηγαία και αυθόρμητα και όχι εκβιαστικά από το συγγραφέα για να εντυπωσιάσει. ΑΛΛΙΩΣ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΝ ΡΑΦΕΣ ΡΟΥΧΟΥ ΦΟΡΕΜΕΝΟΥ ΑΝΑΠΟΔΑ.
5. Προσοχή στο ποιος μιλάει κάθε φορά. Εδώ, το κείμενο που χρησιμοποιήθηκε για έναρξη, ήταν αρκετά απλά γραμμένο με κύριο χαρακτηριστικό την πρωτοπρόσωπη, προφορική αφήγηση και το διάλογο. Άρα, συνεχίζουμε στο πρώτο πρόσωπο προφορικά, επομένως δεν μπορεί ο ήρωας να μιλάει με εκφορά γραπτού λόγου, όσο μορφωμένος κι αν είναι. Πετυχημένη τεχνική που ακολουθήθηκε ήταν η εξής:
<< Όλα έχουν να κάνουν . Βλέπεις δεν ήμουν πάντα καθηγητής , βοηθούσε τον πατέρα μου με την επιχείρηση του . Δανειστική βιβλιοθήκη. Όχι και τόσο ενδιαφέρον θεωρείς και όμως είναι συναρπαστική δουλειά. Η μυρωδιά, οι γνώσεις , τα βιβλία . Καθόμουν πίσω από το ταμείο. Φθινόπωρο έκανε κρύο , δεν είχε βρέξει αλλά πλησίαζε καταιγίδα. Ο πατέρας μου τοποθετούσε κάτι βιβλία στο ράφι , εγώ διάβαζα προσηλωμένος ένα βιβλίο, το ‘ Περηφάνια και Προκατάληψη ‘ ήμουν στο σημείο που ο Ντάρσυ χόρευε με την Ελίζαμπεθ , όταν μια κοπέλα περίπου στα 17 μπήκε μέσα . Ήταν βρεγμένη δεν είχα προσέξει ότι έβρεχε , οι ξανθές μπούκλες της έσταζαν και τα πράσινα μάτια της έλαμπαν από την ταραχή. >>
6. Το κοίτασμα της ιδέας που αναδύεται από μέσα μας, το ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΟΜΑΣΤΕ. Μας εξέπληξε το γεγονός των αρκετών συμμετοχών την επομένη κιόλας της ανάρτησης του αρχικού κειμένου. Αυτό σίγουρα σημαίνει δίψα αλλά δηλώνει και βιασύνη. Η βιασύνη δεν έχει θέση στη λογοτεχνία. Αφήνουμε την έμπνευσή μας να βγει πυρετωδώς αλλά την επεξεργαζόμαστε ΧΑΛΑΡΑ. Πρέπει, όσο αυτό είναι εφικτό, να αποστασιοποιηθούμε από το κείμενό μας και να θυμηθούμε βασικούς κανόνες (ουσιαστικούς: δημιουργία συναισθήματος, συμπύκνωση στοχαστικότητας, στίξη κλπ και δευτερεύοντες τεχνικούς: γραμματική, συντακτικό) τα οποία δεν ελέγχονται όσο ο οίστρος μας ακόμη είναι ενεργός. Να αφήνετε επομένως το κείμενο να κυλάει αβίαστα και χειμαρρωδώς στο χαρτί σας, κι έπειτα να δίνετε έστω και λίγο χρόνο στον εαυτό σας μακριά του ώστε να το δείτε μόλις το ξαναδιαβάσετε, με άλλη ματιά. Θα μείνετε άναυδοι με τις ανακαλύψεις σας και θα εντοπίσετε οι ίδιοι τα πιο πολλά σας λάθη. Πιστέψτε μας, ακόμη και μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης με τη λογοτεχνία βρισκόμαστε προ εκπλήξεων με τα λάθη που εντοπίζουμε στην πρώτη ανάγνωση των ολοκληρωμένων κειμένων μας!
7. Αφήσαμε κάτι βασικό για το τέλος. Το 70% των κειμένων έδωσε ως πιθανή συνέχεια ο καθηγητής να απέκτησε το παλτό επειδή του το χάρισε κάποια γυναίκα η οποία πέθανε. Επιτρέψτε μας να πούμε ότι το βρήκαμε πολύ προβλέψιμο. Σε καμία περίπτωση δεν απορρίπτουμε την ερωτική συνέχεια της νουβέλας. Ποιες είμαστε εμείς που θα απορρίψουμε τον κεντρικό θεματολογικό πυρήνα του 70% της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Όμως, αυτό που έλειψε από πολλά κείμενα ήταν η πρωτοτυπία, το πρωτότυπο εύρημα. Το ερωτικό στοιχείο όταν προβάλλεται με κοινότοπο τρόπο, έχει ως αποτέλεσμα να μην παράγει λογοτεχνικότητα. Κι εμείς επιθυμούμε να κατανοήσετε τι είναι λογοτεχνία και να μην ακολουθείτε μόνο την πρώτη σας παρόρμηση μα να αφουγκράζεστε τους εσώτερους κραδασμούς της σκέψης σας ή ακόμη και να τους προκαλείτε. Γι’ αυτό πριν καθίσετε να γράψετε τη συνέχεια, αναζητήστε αυτό που δεν θα σκέφτονταν εύκολα οι άλλοι. Εισάγετε αυτή την ευγενή άμιλλα στο στοχασμό σας και όλα θα πάνε καλύτερα. Μην ξεχνάτε ότι στόχο σας έχετε να εκπλήξετε τον αναγνώστη. Να σκεφτείτε αυτό που ουδέποτε εκείνος θα σκεφτόταν.
8. Υπάρχει επίσης ένα μικρό μυστικό: Εφόσον δίνεται η αρχή της ιστορίας, εμπεριέχονται στο πρώτο κείμενο κάποια δεδομένα: τα προφίλ των ηρώων, ο τρόπος εκφοράς του λόγου τους, οι ιδιότητές τους, οι ενδυματολογικές επιλογές τους, έμμεσα οι ζωές τους. Φανταστείτε ότι αυτά τα στοιχεία είναι δεδομένα ενός μαθηματικού προβλήματος που μπορούν να σας οδηγήσουν συνδυαστικά στη λύση του. Κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν πρέπει να μείνει αχρησιμοποίητο για το πιο πρωτότυπο αποτέλεσμα και την πιο ευρηματική δομή. Σκεφτείτε τα σαν ψηφίδες ενός μωσαϊκού που εσείς θα σχηματίσετε.
9. Επισημαίνεται τέλος, μια γενική οδηγία η οποία ομολογουμένως είναι δύσκολο να τύχει εφαρμογής στο συγκεκριμένο εγχείρημα, καθώς πρέπει να ακολουθήσετε το ύφος του αρχικού αναρτηθέντος κειμένου, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη δική σας προσαρμογή. Γενικά όμως θα πρέπει να έχετε κατά νου, όταν επιχειρείτε να κάνετε λογοτεχνία, την αναγκαιότητα διαμόρφωσης «προσωπικότητας» στο κάθε κείμενο, ενός «ύφους» όπως ονομάζεται από τη φιλολογική επιστήμη. Όπως κάθε άνθρωπος έχει την προσωπικότητά του και είναι μοναδικός, ομοίως ένα κείμενο πρέπει να διαθέτει εκείνες τις ιδιαιτερότητες που θα το καταστήσουν μοναδικό και αναγνωρίσιμο ως έργο ενός δεδομένου ανθρώπου. Όταν διαβάζουμε παράδειγμα Καμύ, Καζαντζάκη ή Καρυωτάκη, χωρίς να αναφερθεί το όνομα του συγγραφέα είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε την πατρότητα του κειμένου. Αυτός είναι αναμφίβολα ένας λογοτεχνικός στόχος, δυσεπίτευκτος, ταυτόχρονα όμως βασικότατος ως ένδειξη της λογοτεχνικής ταυτότητας ενός έργου και δη ενός δημιουργού. Επομένως, ΔΕΝ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΘΑ ΑΡΕΣΕΙ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ, ΔΕΝ ΑΛΛΟΙΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΡΕΣΟΥΜΕ, ΕΠΕΙΔΗ ΜΟΝΟ ΑΝ ΞΕΔΙΠΛΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΘΑ ΑΝΑΔΥΘΕΙ – ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ – Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΑΣ ΦΛΕΒΑ.


Πριν κλείσω αυτό το κείμενο σχολιασμού και, ας το πούμε, καλοπροαίρετης νουθεσίας, θα ήθελα να επισημάνω την προσωπική μου εκτίμηση για κάποιες φράσεις – στοχασμούς από τα κείμενά σας τα οποία είναι κατάλληλα παραδείγματα για όλους ώστε να γίνει κατανοητή η χρήση του συμβολισμού, των καλολογικών στοιχείων, της ανατρεπτικής έκφρασης και της ¨αλληγορίας στη λογοτεχνία. Σας παραθέτω λοιπόν τα εξής:
Α. ¨Η μάνα μου κολυμπούσε σε μια παραλία της Χαλκιδικής όταν ήταν έγκυος¨ μου έλεγε γελώντας ¨και φαίνεται … βαφτήκαν (τα μάτια μου) !¨ Δεν ήξερα στην αρχή, δεν καταλάβαινα. Δεν είχα δει ποτέ μου θάλασσα με τέτοιο χρώμα. Μεγαλωμένος σε μια κωμόπολη της Αγγλίας, φοιτητής στο Λονδίνο, πώς να ξέρω! (Μας βάζει στο χώρο στο χρόνο και στην εικόνα του ήρωα με αυτό το πετυχημένο λογοτεχνικό τέχνασμα- μεταφορά. Τα καλολογικά στοιχεία δεν ξεχνάμε ότι χρησιμοποιούνται όχι απλώς για να στολίσουν το κείμενο, αλλά οφείλουν να μεταφέρουν και μια πληροφορία μη τυποποιημένη και μη αυτονόητη. Διαφορετικά μοιάζουν με παραφορτωμένες καπελαδούρες που προκαλούν τον υπέρμετρο κορεσμό μυαλού και ματιού).
Β. Παλεύει η κόλαση να κάψει τον Παράδεισο. (Ικανοποιητικός βαθμός συμπύκνωσης).
Δ. Ο άντρας φαινόταν να υποκύπτει στη δύναμη των αναμνήσεων. (Σκεφτείτε να έγραφε: ο άντρας άρχισε να θυμάται. Πόσο αδιάφορο λεκτικά θα ήταν ως έκφραση. Ενώ όπως είναι γραμμένη η φράση, την προσέχεις και το σημαντικότερο: τη νιώθεις). ΆΡΑ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΠΩΣ ΛΕΜΕ ΚΑΤΙ. ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΙΟ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΤΡΟΠΟ ΩΣΤΕ ΝΑ ΤΡΑΒΗΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΕΠΙΚΕΝΤΡΩΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΜΑΣ. Εξάλλου, παιχνίδι παίζουμε, και σ’ αυτό το παιχνίδι στόχος είναι να περάσουμε καλά (άρα να βασανίσουμε λιγάκι τον εαυτό μας, να φύγει πέρα από το προφανές και να ψάξουμε το χαμένο θησαυρό της ελληνικής γλώσσας, στον οποίο θα βρούμε διαμάντια ευρηματικότητας αμέτρητα για να στολίσουμε το μήνυμά μας.
Ε. Αισθάνθηκα περίεργα κοιτώντας τον. Σαν να βρέθηκα αντιμέτωπη μ’ έναν πίνακα αφηρημένης τέχνης. (Πετυχημένη με σκοπιμότητα και λιτό συμβολισμό)
Θα σταθώ όμως και σε δυο φράσεις που ταυτόχρονα είναι δεινές εκφραστικά και επιδεικνύουν στοχαστικότητα και συμπύκνωση, στοιχεία που αποτελούν ζητούμενα και θεμέλια του δουλεμένου ύφους:
Α. «Το να αφηγείσαι μια προσωπική ιστορία, δεν έχει σχέση με το να παραδίδεις μια διάλεξη.... Μπορεί να μου φαίνεται γοητευτικό να κάνω ανασκαφές σε αρχαιολογικούς χώρους, όταν όμως πρόκειται να φέρω στην επιφάνεια αναμνήσεις που με πλήγωσαν χάνω την ψυχραιμία μου».
Β. Κάθε κουμπί συμβολίζει και μια καλή πράξη που βγήκε μέσα από πολύ πόνο....
-Δηλαδή οκτώ κουμπιά συμβολίζουν οκτώ αναγεννήσεις;
-Και οκτώ θανάτους....


Η επιλογή του κειμένου που αναρτούμε σήμερα έγινε – όπως και πάντα θα γίνεται – με βάση το υποκειμενικό κριτήριό μας και χωρίς να σημαίνει ότι «καθαιρείται» η αξία των υπολοίπων κειμένων. Το συγκεκριμένο κείμενο όμως τηρεί τις σταθερές αρχές που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος για να γραφτεί μια ιστορία με κρίκους εμπνευσμένους από διαφορετικούς ανθρώπους και να προαχθεί η εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονο τηρούνται οι μυθιστορηματικές συμβάσεις που αναφέραμε στην αρχή. Επιλέξαμε λοιπόν για πρώτη συνέχεια το κείμενο της Κατερίνας Ντόκα το ακόλουθο:

kdoga1980@hotmail.com

Ακολούθησε σιγή… σα φόρος τιμής σε όσα επρόκειτο να ειπωθούν. Η ματιά του ταξίδεψε πάνω μου σα να διερευνούσε την αξιοσύνη του μελλοντικού ακροατή της ιστορίας και μετά, στράφηκε στο παράθυρο, λες και ζητούσε τη συνέργεια του φεγγαριού για την απόφαση που πήρε, σα να ήθελε ένα σιωπηλό μάρτυρα που με την ήρεμη παρουσία του θα τον έπειθε ότι καλά έκανε που αποφάσισε να αφηγηθεί σε μια φοιτήτρια γιατί ένα ρούχο μπορεί να κουβαλάει τόσα πολλά, ασήμαντα για τον οποιονδήποτε, αλλά τόσο σημαντικά γι’ αυτόν που το φοράει ,και σα να έπρεπε η απόφαση να είναι ολότελα δική του, όπως ταιριάζει σε όλες τις εξομολογήσεις. Την ίδια στιγμή που άρχισε να μιλά, το αχνό κίτρινο φως δυνάμωσε μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του αχανούς αμφιθεάτρου, δίνοντας τη συγκατάθεσή του για τη συνέχεια. Τρυπώνοντας με μια ασημί αχτίδα στο πάτωμα της φιλοσοφικής, περίμενε να ακούσει…

Αυτό το φως, τόνιζε τα αρμονικά χαρακτηριστικά του προσώπου του και πρόσθετε στην παρουσία του κάτι το απόκοσμο. Ένα ρίγος με διαπέρασε στιγμιαία. Λες και ζωντάνεψε ένα από τα ομοιώματα του μουσείου του τρίτου ορόφου της σχολής, έχοντας βαρεθεί τον άχαρο και άψυχο ρόλο του θέλοντας να ξεμυτίσει απ’ την την πόρτα του αμφιθεάτρου για να μοιραστεί με κάποιον την ιστορία του. Κι ας είναι αντίγραφο του πρωτοτύπου…

Με μεγαλύτερη σιγουριά από πριν, αποτυπωμένη στη διαπεραστική ματιά του, αυτή τη γεμάτη εικόνες ματιά του που ήταν λες και περίμενε να τις μοιραστεί για να αδειάσει κάπως από όλα αυτά που είχε χαραγμένα πάνω της, μου έκανε την πιο απροσδόκητη ερώτηση.

Γιατί διάλεξες το Ιστορικό Αρχαιολογικό;
Τώρα ήταν η σειρά μου να παραμείνω σιωπηλή. Και τότε, με μια γερή δόση καπνού, μπόρεσα να εκφράσω πράγματα ανείπωτα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Χωρίς αμφιβολία, η αλήθεια μου έγινε λέξεις.
Κάθε Πάσχα, μετά την Ανάσταση, οι Έλληνες σε όλο τον κόσμο, κρατούν μια φλόγα αναμμένη που σιγοκαίει μέσα τους από τη γέννησή τους. Στο δρόμο για το σπίτι, οι περισσότερες φλόγες σβήνουν χωρίς καν να κάνουν δεύτερη προσπάθεια να την ανάψουν αυτοί που την κρατάνε. Κάποιοι, προσπαθούν αρκετές φορές να την κρατήσουν αναμμένη, αλλά κάποια στιγμή, κουρασμένοι, τα παρατάνε, λέγοντας πως φταίει ο αέρας ή το χέρι τους που καίγεται προσπαθώντας να την προστατέψει. Εγώ όσο δύσκολος κι αν είναι ο δρόμος, νιώθω μέσα μου πως τη φλόγα μου θα την πάω στο σπίτι. Κι ας καώ στο δρόμο, κι ας φυσήξει, κι ας χρειαστεί να την ανάψω τόσες φορές που δε θα μπορώ να τις μετρήσω.
Και τότε, η χαραμάδα ανάμεσα στα φρύδια του χαλάρωσε και ήταν σα να είχαμε πει πολύ περισσότερα από λίγες κουβέντες. Σα να είχαμε ζήσει πολύ περισσότερα από ένα μυστηριακό δεκάλεπτο που προμήνυε την απαρχή μιας σχέσης μοναδικής. Το ξέραμε και οι δύο. Στον Παύλο δε θα μπορούσα ποτέ να δώσω αυτή την απάντηση. Αλλά κι ο Παύλος δε θα μπορούσε να με ρωτήσει. Γι’ αυτό και δε γινόταν να φανταστώ το χέρι του ρυτιδιασμένο από τα χρόνια της ζωής να κρατάει το δικό μου.

Αν η ιστορία είχε φωνή, σίγουρα θα ήταν η δική του. Ζεστή και βαριά. Δυνατή και σιγανή στο τελείωμά της, όπως ο απόηχος όλων των γεγονότων που στέφονται απ’ τον αλαλαγμό της νίκης ή το θρήνο της ήττας που εξαντλεί τους πρωταγωνιστές του. Μελωδική, σαν τραγούδι που ευφραίνει την καρδιά και κελαρυστή, σα νερό που ξεδιψάει τις διψασμένες ψυχές της πεζής μας εποχής. Έτσι την ένιωσα όταν άρχισε να μου μιλάει.

Ήταν 1977. Εσύ ήσουν τότε αγέννητη. Εγώ από την άλλη, γύρω στα 11. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, θυμάμαι πως περίμενα τα καλοκαίρια με λαχτάρα να τελειώσει το σχολείο για να πάω στο χωριό. Τα πράγματά μου τα ετοίμαζα απ’ την προηγούμενη. Η μισή βαλίτσα λογοτεχνικά βιβλία, μια αγάπη που είχα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να μαθαίνει ανάγνωση και η άλλη μισή μπλουζάκια και βερμούδες. Βλέπεις τότε δεν είχαμε ούτε κινητά, ούτε κονσόλες με ηλεκτρονικά παιχνίδια. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που έζησα τα καλοκαίρια με τα γδαρμένα γόνατα. Κάθε γρατζουνιά και μια γεμάτη μέρα. Κάθε σημάδι λίγο πιο βαθύ, καλοκαιρινό λάφυρο στο σώμα, χαραγμένο να μου το θυμίζει το χειμώνα. Πριν καλά καλά χτυπήσει το κουδούνι της λήξης, έτρεχα στο σπίτι μη τυχόν και χάσουμε το λεωφορείο για το χωριό με τη μαμά. Η χαρά μου τόσο αντίθετη με τη δική της μελαγχολία. Θα περνούσαμε εκεί όλο το καλοκαίρι αφού ο αγγλοσάξων μπαμπάς τα περισσότερα καλοκαίρια ταξίδευε στις θάλασσες του κόσμου.

Το χωριό θα γινόταν διάσημο. Η φήμη του θα ταξίδευε σ’ όλη τη γη κι εμείς, άθελά μας, μάρτυρες μιας σπουδαίας ανακάλυψης. Όπως μου έλεγε η μητέρα μου, όλοι ήξεραν ότι αυτό το κομμάτι Μακεδονικής γης έκρυβε κάτι σπουδαίο. Σα να γνώριζαν όλοι ή να ήλπιζαν μέσα τους αλλά δεν τολμούσαν να το ξεστομίσουν. Μέχρι εκείνη τη χρονιά. Τη χρονιά που Ο Φίλιππος ο Β αποφάσισε να παραδώσει στα χέρια του Μανόλη Ανδρόνικου το χρυσό ήλιο.

Θυμάμαι τον εαυτό μου να πλησιάζει και να κάθεται με τις ώρες όσο πιο κοντά γινόταν στις ανασκαφές. Παρατηρούσα τα πάντα και ζήλευα την τύχη όσων μπορούσαν να παραβρεθούν στο χώρο όπου το παρελθόν συναντάει το παρόν και ο χρόνος μεμιάς μηδενίζεται. Κάθε άνθρωπος μέσα του βαθιά γνωρίζει ή ελπίζει να καταλάβει το σκοπό της ύπαρξής του. Εγώ εκείνο το καλοκαίρι ανακάλυψα το σκοπό της δικής μου ύπαρξης. Και μ’ αυτή τη βεβαιότητα πορεύτηκα μέχρι σήμερα, ανακουφισμένος που δεν αναλώθηκα δεξιά κι αριστερά. Πόσο πονάω να βλέπω νέους να χάνονται σε μια λάθος επιλογή. Κάθε μέρα στα έδρανα αυτά κάθονται ψυχές που λαχταρούσαν κάτι άλλο.
Και ήταν εκείνο το καλοκαίρι που αυτό το παλτό μπήκε στη ζωή μου. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος γι’ αυτά που συνέβαιναν στο τόπο μου αλλά και τόσο συνειδητοποιημένος για τη σπουδαιότητα των ευρημάτων, που τα βράδια πήγαινα και στεκόμουν δίπλα στους φύλακες. Το έσκαγα απ’ το παράθυρο του δωματίου μου. Φοβόμουν μην τους πάρει ο ύπνος και πήγαινα με σκοπό να τους κρατήσω συντροφιά. Κι ας κατέληγα να κοιμάμαι εγώ κατάχαμα κάθε βράδυ. Και το παλτό αυτό, το πανωφόρι ενός φύλακα, έγινε η κουβέρτα μου, κι ας ήταν καλοκαίρι. Και έμελλε να γίνει πολλά περισσότερα…
ΝΤΟΓΚΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Θα χαρούμε οι επόμενες συμμετοχές να είναι πολλαπλάσιες της 1ης συνέχειας του διαγωνισμού μας. Καλή δύναμη και καλή έμπνευση!!!!!!

ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΡΑΥΛΟΥ

4 σχόλια:

Sweet truth! είπε...

διάβασα τις οδηγίες σου και από το σάιτ των εκδόσεων, όσο σκέφτομαι πως δεν ξεκίνησα καν την ιστορία του παλτού στην πρώτη συνέχεια μουτζώνω τον εαυτό μου!
Άσε που ξέχασα μέχρι και το όνομά μου να γράψω!
Αυτή τη φορά και όνομα και ηλικία ένα ωραιότατο 18 στην αρχή, πλάι στο όνομα. Νιώθω λίγο χαζή που παίρνω μέρος γιατί υστερώ σε πολλά, αλλά είναι σίγουρα μια θαυμάσια εμπειρία!
Μικρή όμως η δεύτερη διορία... 18-24/7 !!!

Πασχαλία Τραυλού είπε...

Sweet truth, ποτέ δεν είναι αργά!Φυσικά και να προσπαθήσεις. Όποιος έχει επίγνωση ότι υστερεί και δεν νομίζει ότι είναι ο Ντοστογιέφσκι έχει περιθώρια βελτίωσης και επιτυχίας. Περιμένω να δω γραπτό σου.

Πασχαλία Τραυλού είπε...

Όσο για τη δεύτερη διωρία, όλες είναι της μίας εβδομάδας εκτός από το 15νθήμερο πριν από το Δεκαπενταύγουστο. Φαντάσου, ότι εγώ πρέπει να μελετώ όλα τα κείμενα και να εντοπίζω λάθη. Είναι πολύ πιεστικό και για μένα αλλά τις περισσότερες φορές οι πιο καλές ιδέες έρχονται υπό πίεση.

Sweet truth! είπε...

Βοηθάει πολύ αυτό το 15μερο τον Αύγουστο, γιατί εκεί που πάω διακοπές... no internet!!