Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ μέσα από την προσέγγιση της Αθηνάς Χατζή

Η συγγραφέας και ακαδημαϊκός Αθηνά Χατζή για τους ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ:

Οι εραστές της γραφής, Πασχαλία Τραυλού, 15-04-2011, Καφέ Έναστρον

«Μου αρέσει να γράφω». Με αυτή την ομολογία ξεκινά το βιβλίο της η Πασχαλία Τραυλού: ένα βιβλίο-ξάφνιασμα για όσους πίστεψαν ότι η Τραυλού θα ακολουθούσε την πεπατημένη, ένα βιβλίο αναπάντεχα φρέσκο για όσους ανέμεναν άλλο ένα εγχειρίδιο δημιουργικής γραφής, ένα βιβλίο αφορμή για στοχασμό περί τη διαδικασία του συγγράφειν.
Το βιβλίο διαρθρώνεται σε δώδεκα κεφάλαια, εκ των οποίων τα έξι θα σας παρουσιάσω χωρίς να χρονοτριβώ και, ελπίζω, χωρίς να πλατειάζω.
Στο πρώτο κεφάλαιο, η Τραυλού ξεκινά με προμετωπίδα ένα απόσπασμα από μυθιστόρημά της (το έστω μια φορά). Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέσα στο βιβλίο, το οποίο διανθίζεται από αποσπάσματα δικά της και τρίτων περί γραφής, που φανερώνουν ένα εύρος διαβασμάτων από τη Βιρτζίνια Γουλφ ως τον Ουμπέρτο Έκο κι από το Γιάννη Ξανθούλη μέχρι το Δημήτρη Λιαντίνη. Το γεγονός αυτό και μόνο είναι ενδεικτικό των προθέσεων και των πεποιθήσεων της συγγραφέως: γράψιμο ίσον διάβασμα, και διάβασμα ίσον μελέτη χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς στεγανά, χωρίς διαχωρισμούς, χωρίς όρια.
Το πρώτο κεφάλαιο, λοιπόν, ξεκινά με διάθεση αυτοβιογραφική και εξαρχής η συγγραφέας δηλώνει την πρόθεσή της να βρει και να αναλύσει την απάντηση στο ερώτημα «τι είναι αυτό που ωθεί το δημιουργό στη διαδικασία της γραφής». Και απαντά «το πάθος για τη γραφή», εξ ου και ο εξαιρετικά επιτυχής και εύστοχος τίτλος. Εν συνεχεία, η Τραυλού πραγματεύεται το πάθος ως συστατικό στοιχείο του καλλιτέχνη εν γένει και του λογοτέχνη ειδικότερα και εξετάζει τη φθορά του χρόνου στη σχέση πάθους που είναι η σχέση με τις λέξεις.
Ένα άλλο θεμελιώδες ζήτημα που θίγει το πρώτο κεφάλαιο των «εραστών της γραφής» είναι η έννοια του χαρίσματος: το ταλέντο χαρίζεται ή καλλιεργείται; Εδώ, η δεινότητα του λόγου παρομοιάζεται εύστοχα με το μυθικό Εξκάλιμπερ του Βασιλιά Αρθούρου, καταδεικνύοντας με λόγο μεστό, που δεν αφήνει περιθώρια για αμφισημίες, ότι το χάρισμα προϋποτίθεται, αλλά και προϋποθέτει δουλειά και κόπο από την πλευρά του συγγραφέα, μαζί με ερεθίσματα του πολιτισμικού του περιβάλλοντος, για να αναδειχθεί και να λάμψει.
Ένα τρίτο στοιχείο που θέλω να επισημάνω ιδιαίτερα στο πρώτο αυτό κεφάλαιο είναι η σαφής δήλωση ότι λογοτέχνης δεν είναι ιδιότητα, δεν είναι επάγγελμα, δεν είναι πάρεργο, είναι στάση ζωής, είναι ποιότητα ενατένισης των πραγμάτων του βίου. Και ο κάματος του λογοτέχνη είναι αφενός η ερμηνεία των φαινομένων και η αναζήτηση του εαυτού, αφετέρου η επίτευξη της αισθητικής φόρμας, η στιλιστική επιδίωξη, η ενασχόληση με την αρτιότητα του λόγου προς επίρρωσιν και εκ παραλλήλου προς τη μεστότητα των ιδεών.
Στο κεφάλαιο που ακολουθεί, η Τραυλού εξετάζει τη σχέση της τέχνης του λόγου με το χρόνο. Ορθώς αποφεύγει να κατηγοριοποιήσει τους θεράποντες του λόγου και διαχωρίζει απλώς σε κείνους που επιμένουν μέχρι εμμονής στην τέχνη της γραφής και σε κείνους που ενασχολούνται κάποτε, είτε ως διάττοντες αστέρες, είτε πιο συστηματικά, και κάποτε εγκαταλείπουν τη μάχη με το χρόνο ηττημένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό, από μία έμπνευση που αρνείται να τους επισκεφθεί και να ανανεώσει το λεκτικό και μυθοπλαστικό τους οπλοστάσιο. Αναδεικνύεται στο κεφάλαιο αυτό το έργο τέχνης ως όχημα αθανασίας, στις σπανιότατες, στο πλήθος των έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, περιπτώσεις, στις οποίες το έργο υπερβαίνει το εποχή του, διασκελίζει τα όρια του καιρού και της συγκυρίας του και αναβιβάζεται στη σφαίρα του κλασικού, χαρίζοντας, μέσω διαχρονίας, την υπερνίκηση του φθοροποιού χρόνου και στο δημιουργό του. Τέλος, θίγει η συγγραφέας το ζήτημα της μοναξιάς του δημιουργού, ο οποί
ος ως άλλος Σχοινοβάτης του Ζαν Ζενέ αντιμετωπίζει τον «ίλιγγο του σκοινιού», όπου σκοινί είναι η πένα και το άγραφο χαρτί. Μύθος περισσότερο του μοντερνισμού, ο «καταραμένος καλλιτέχνης», παρά φαινόμενο παρατηρήσιμο σήμερα, εξ ου και η αναφορά της Τραυλού στο παράδειγμα του καλού οικογενειάρχη και επιτυχημένου συγγραφέα Στίβεν Κινγκ που καταρρίπτει αυτό το πρότυπο, το οποίο, ας σημειωθεί, καίτοι ανεδαφικό πλέον, είναι αρκούντως ισχυρό, ώστε να διατηρείται ως στερεότυπο ακόμη και εντός των συγγραφικών κύκλων, πολλώ δε μάλλον ως εντύπωση του ευρέος κοινού.
Το τρίτο κεφάλαιο, «οι συγκυρίες του έρωτα», διερευνά τη σχέση συγγραφής, τη σχέση του λογοτεχνικού έργου, με την πραγματικότητα. Καίρια, και εδώ, η επισήμανση της Τραυλού: «με την καλλιτεχνική δημιουργία, οι άνθρωποι του γραπτού λόγου αποσκοπούν στη βίωση, μέσω της τέχνης, μιας εκδοχής πραγματικότητας που ίσως κάποιος αβασάνιστα θα τη χαρακτήριζε εικονική, ενώ στην ουσία είναι η πραγματικότητα που θα μπορούσε να υπάρχει υπό προϋποθέσεις». (σελ.48). Σε συνέχεια του νήματος που έχει εξυφάνει στο προηγούμενο κεφάλαιο, η συγγραφέας συζητά εδώ την έννοια και το ρόλο του καλλιτέχνη. Ο χρόνος μελετάται από την Τραυλού δισυπόστατος: ως η χρονική συγκυρία κατά την οποία η γραφή αποκαλύπτεται στο θεράποντά της και ως λογοτεχνικός χρόνος, κατά την έκφραση της συγγραφέως: ως το χρονικό πλαίσιο, δηλαδή, στο οποίο επιλέγει ο δημιουργός να εντάξει τη μυθοπλασία του. Και μία τρίτη διάσταση, θα προσθέσω, που δεν κατονομάζεται ως τέτοια, αλλά επισημαίνεται στο κεφάλαιο αυτό: η διάσταση του συγγραφέα στον πραγματικό του χρόνο, η κοινωνική συνείδηση του συγγραφέα, επισήμανση καίρια σε καιρούς χαλεπούς, ηθικά χαλεπούς πρωτίστως, το πώς ο συγγραφέας από καλλιτέχνης αναδεικνύεται σε πνευματικό άνθρωπο ή αποτυγχάνει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και παραμένει θηρευτής αισθητικών συγκινήσεων και περιπετειών του νου.
Στη συνέχεια, ευθαρσώς η Τραυλού εισάγει την παράμετρο της πλήξης ως εφαλτηρίου γραφής. «Γιατί γράφετε;», συχνά απευθύνεται το ερώτημα προς τους συγγραφείς. «Γιατί πλήττω», σπανίως δίδεται η απάντηση που δίνει η Τραυλού, κι όμως, ισχύει και αυτό. Μία πλήξη, όχι όμως με την έννοια της αδράνειας και της πνευματικής νωθρότητας, μία πλήξη ενεργητική, ας τολμήσω το οξύμωρο, που οδηγεί στην ανασύσταση της πραγματικότητας, στη μεταμόρφωση του όντως όντος σε αυτό που έδει είναι, σ’ αυτό που οφείλει να είναι. Στην αναδίφηση στα εναύσματα γραφής, η συγγραφέας αναζητά τα γενεσιουργά αίτια της δημιουργίας στο οικογενειακό περιβάλλον – στήριξη προς ανάδειξη του χαρίσματος ή και αντίστροφα, καταπίεση του συναισθήματος που προβάλλει κάποια στιγμή στη ζωή του συγγραφέα ορμητικό και ζητά να εκφραστεί χωρίς στεγανά και προκαταλήψεις (κι εδώ επιτυχώς παρατίθενται τα παραδείγματα του Καβάφη και του Όσκαρ Ουάιλντ), επιλέγοντας μία θεματολογία που θα αναδείξει όσα πιεστικά τον αναγκάζουν να επιχειρήσει το επικοινωνείν μέσω της τέχνης του λόγου.
Το τέταρτο κεφάλαιο, το σημαντικότερο, κατά την προσωπική και άκρως υποκειμενική άποψή μου, είναι αφιερωμένο στις γυναίκες συγγραφείς. Μία κατηγορία που βρέθηκε συχνά και εξακολουθεί να βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, μία κατηγορία που λόγω φύλου και μόνον έγινε κατηγορία, μία κατηγορία που κατηγορήθηκε από τη στιγμή που έσπασε τη «σιωπή αιώνων», όπως δηλώνει ο εύγλωττος τίτλος του κεφαλαίου, μόνο και μόνο γιατί συμπεριέλαβε με τρόπο αυθαίρετο ένα ευρύ φάσμα συγγραφέων από διαφορετικές αφορμήσεις και με διαφορετικό τρόπο, ύφος και ήθος γραφής μόνο και μόνο γιατί έτυχε να ανήκουν στο κατ’ ευφημισμόν ασθενές φύλο.
Στο κεφάλαιο, γίνεται η απαραίτητη αποσαφήνιση της έκφρασης «γυναικεία λογοτεχνία», όρος που χρησιμοποιείται καταχρηστικά σε πλείστες όσες περιπτώσεις στις μέρες μας: η γυναικεία λογοτεχνία, λέει η Τραυλού, είναι ένα συγκεκριμένο είδος το οποίο όμως δεν παράγεται μόνο από γυναίκες. Είναι ο τρόπος που συγκαταλέγει ένα έργο στην κατηγορία, με τη διττή έννοια, της γυναικείας λογοτεχνίας, όχι το φύλο του δημιουργού: «εν κατακλείδι, εκείνο που καθορίζει την ποιότητα ενός έργου είναι ο τρόπος και όχι μεμονωμένα η ιδέα που ένα έργο πραγματεύεται» (σελ. 104).
Στο κεφάλαιο αυτό, η Τραυλού λέει τα πράγματα με το όνομά τους, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς εξωραϊσμούς και χωρίς την τάση να «χαϊδέψει» τα αυτιά του αναγνώστη. Θίγεται το μείζον ζήτημα της κριτικής και της αντιμετώπισης των γυναικών λογοτεχνών – έστω μίας ομάδας εξ αυτών – από τη βιβλιοκριτική, επισημαίνοντας έναν υπολανθάνοντα ενίοτε και άλλες φορές απροκάλυπτο ρατσισμό, που, όπως σωστά επισημαίνει η συγγραφέας, διαιωνίζει το προαιώνιο πρόβλημα της διάκρισης κατά των γυναικών. Στο σημείο αυτό θα προσθέσω ότι η ροπή προς το εύπεπτον είναι γενικότερο σημείο των καιρών και δεν αφορά μόνο τη συγγραφή κι αυτό ισχύει τόσο για συγγραφείς, όσο και για αναγνώστες – σημείο που επίσης αναδεικνύει η συγγραφέας στο υπό εξέταση κεφάλαιο: «ο αναγνώστης εν ολίγοις απαιτεί την ευκολία του, και ο γράφων, αν θέλει να είναι δημοφιλής, πρέπει να ικανοποιεί αυτό το πρόσταγμα-ανάγκη» (σελ. 122).
Το πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου διερευνά τα κριτήρια της επιτυχίας, τους συμβιβασμούς με τους οποίους βρίσκεται αντιμέτωπος ο λογοτέχνης – το ευπώλητον, το προσιτό, το «πιασάρικο» θα πω εγώ, το εύπεπτο, το αναλώσιμο, το θάμβος της, πρόσκαιρης καμιά φορά, επιτυχίας και, γιατί όχι, το οικονομικό δέλεαρ. Η συγγραφέας καταλήγει ότι στην τέχνη δε χωρούν συμβιβασμοί. Το δίλημμα ποιότητα ή απήχηση συχνά αποδεικνύεται ψευδές: βιβλία που πληρούν τα λογοτεχνικά κριτήρια, τα οποία η Τραυλού παραθέτει και αναλύει, βρίσκουν το κοινό τους, ενίοτε πολυπληθές, ενώ άλλα, με τη συνταγή του ευπώλητου καμωμένα, δεν κατορθώνουν να φτάσουν στον τελικό αποδέκτη: τον αναγνώστη. Το τελικό συμπέρασμα είναι ο περί αυθεντικότητας λόγος: λογοτέχνης είναι όστις ή ήτις διατηρεί την αυθεντικότητά του/ της, κωφεύοντας στα καλέσματα των σειρήνων που προαναφέρθηκαν.
Στο επόμενο κεφάλαιο ξεδιπλώνεται ο παράγων έμπνευση και συγκεκριμένα αναλύεται η σχέση έμπνευσης και εμπειρίας. Ο συγγραφέας είναι συλλέκτης εμπειριών, αλλά αυτό δεν αρκεί: είναι η μετουσίωση της εμπειρίας σε έργο που συνιστά την έμπνευση, η ικανότητα, η διορατικότητα προπάντων, το προσωπικό βίωμα, το τετριμμένο ενίοτε, το αποσπασματικό, το συγκυριακό να μεταπλάθεται σε καθολικό, από το μέρος να συνάγεται το όλον, να κατορθώσει συνεπώς το έργο να αφορά περισσότερους από τον άμεσο αποδέκτη της εμπειρίας και τον άμεσο παραλήπτη του δώρου της έμπνευσης.
Παράλληλα, αναλύεται ένα άλλο μείζον ζήτημα: το πεπερασμένο της θεματολογίας. Η τέχνη, μαζί με την επιστήμη, είναι οι δύο κορυφαίες διανοητικές απόπειρες του ανθρωπίνου νου να προσπελάσει και να προσπεράσει την ιδέα του πεπερασμένου του ανθρώπου, του βίου και των επιτευγμάτων του, μία υπόσχεση αθανασίας. Η Τραυλού απαντά και σε αυτό: τα θέματά μας είναι ίδια, το κάθε έργο είναι – ή οφείλει να είναι σε μία συνεπώς λογοτεχνική στάση –διαφορετικό, γιατί το όχημα μεταφοράς της ιδέας διαφέρει, το προσωπικό ύφος, οι αφορούντες τη συγγραφική ιδιοσυγκρασία του δημιουργού λεκτικοί και υφολογικοί χειρισμοί, τα διαβάσματα και τα πρότυπα του κάθε συγγραφέα είναι ποικίλα.
Συνολικά, «Οι εραστές της γραφής» συνιστούν ένα μεστό και ολοκληρωμένο περί γραφής δοκίμιο, με λόγο εμπεριστατωμένο, με ροή επιχειρημάτων απρόσκοπτη, με πληθώρα παραδειγμάτων που στηρίζουν τις ιδέες της συγγραφέως και με σαφή επίγνωση της παρούσας ευρύτερης κατάστασης. Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι ο λογοτέχνης δεν περιορίζεται στο είδος του, ότι δεν υπάρχουν στεγανά στη δημιουργία και ότι η διαδικασία της γραφής δεν παράγει μόνο αυτό στο οποίο άμεσα επιδίδεται ο συγγραφέας, εν προκειμένω, στην περίπτωση της Τραυλού, το μυθιστόρημα, αλλά παράγει πρωτίστως προβληματισμό και ιδέες που αφορούν το σύνολο της μαγικής σχέσης με τη γραφή, ιδέες που άλλοτε κοινοποιούνται και άλλοτε αποτελούν προσωπικό κτήμα του συγγραφέα. Στην περίπτωσή μας, υπήρξε ευτυχής συγκυρία ότι η Τραυλού αποφάσισε να μοιραστεί τις περί γραφής απόψεις της μαζί μας και να απευθύνει πρόσκληση σε ομοτέχνους και αναγνώστες για έναν δημιουργικό διάλογο.


OΦΕΊΛΩ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΥ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗς κ. Αθηνάς Χατζή.

3 σχόλια:

αθηνά χατζή είπε...

Εγώ ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη :) και για την αφορμή να πούμε δύο κουβέντες ουσίας περί λογοτεχνίας,
Καλοτάξιδοι οι "εραστές", Πασχαλία, και Καλή Ανάσταση!

Sweet truth! είπε...

Αγόρασα σήμερα το βιβλίο...
μπήκα στο βιβλιοπωλείο και έψαξα ανάμεσα στα βιβλία, γιατί; για κάτι καινούριο, για κάτι που ακόμη μια φορά θα με συντροφέψει σε έναν καινούριο κόσμο...
Το πήρα ευλαβικά στα χέρια μου, γύρισα και διάβασα το οπισθόφυλλο...
Και ασυναίσθητα χαμογέλασα...
το αγόρασα αμέσως και γύρισα σπίτι, το διαβάζω, δίνω πανελλήνιες φέτος κι όμως δεν μπόρεσα να μην το ανοίξω, να μην χωθώ στις σελίδες του, να μην ταξιδέψω σε κάτι που τελικά δεν είναι καινούριο, είναι ό,τι πιο γνώριμο...

Ευχαριστώ

ΥΓ. θα ήθελα να σας στείλω ένα mail να καταλάβετε γιατί γράφω όλα αυτά.

Πασχαλία Τραυλού είπε...

Sweet truth αυτό το βιβλίο είμαι εγώ. Είναι η ψυχή μου γυμνή μπροστά στους αναγνώστες μου. Πρέπει να αποκαλύπτουμε τις αλήθειες και τις δυσκολίες της γραφής ώστε όποιος αποφασίζει να μπει στο άδυτό της να ξέρει τα φαντάσματα και τις δυσχέρειες που θα αντιμετωπίσει. Φυσικά και να μου στείλεις e mail ((tnomik11@yahoo.gr) Χαίρομαι που είσαι παιδί της τρίτης λυκείου. Όταν έγραφα το βιβλίο, θεωρούσα ότι εσείς, τα παιδιά θα είστε οι πιο ειλικρινείς αποδέκτες του.