Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Εउरोपेँ व्रित्तेर्स' पर्लिअमेंट इन Instambul

REPORT ΓΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Yπάρχουν στιγμές που η ψυχή βιώνει έναν συνωστισμό εικόνων, πληροφοριών, εμπειριών∙ απομένει άναυδη, μπροστά στη δύναμή τους, ανίσχυρη να τις επεξεργαστεί, να τις βάλει σε μια τάξη και να τις μοιραστεί.... Κάπως έτσι νιώθω και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές... Αδύναμη μπροστά στην καθηλωτική ομορφιά της Πόλης... Της Πόλης μας κάποτε... Της Πόλης που μου έδωσε την εντύπωση μιας κακοποιημένης αλλά ιδιαίτερα γοητευτικής γυναίκας η οποία, αν και τα έχει τα χρονάκια της, - γερνάει ομορφότερη από ποτέ παρά τις σκληρές εμπειρίες που έχει βιώσει.
Με το που επέστρεψα, έβγαλα από το σάκο μου μια συλλογή μπαχαρικών αγορασμένων από την Αιγυπτιακή αγορά, έβαλα να παίζει ένα σιντί με τη μυστικιστική μουσική των σούφι, έφτιαξα τσάι μήλου από το Καπαλίτσαρσι, - χαρμάνι κάποιου έμπειρου χημικού γεύσεων,- αράδιασα τις κάρτες από το μαγαζάκι με τα σουβενίρ στο Μπλε Τζαμί και ξεφύλλισα το λεύκωμα που μου χάρισαν με φωτογραφίες της Πόλης.
Μόνο όταν ολοκληρώθηκε αυτή η ιεροτελεστία ήμουν έτοιμη να κλείσω τα μάτια και να αφεθώ στις νωπές ακόμη εντυπώσεις μου. Εντυπώσεις που έγιναν αναμνήσεις όρασης, γεύσης, αφής, ακοής και όσφρησης. Όλες οι αισθήσεις έχουν αναμνήσεις... Το συνειδητοποίησα εκεί. Όπως και η τέχνη χρειάζεται όλες τις αισθήσεις τεταμμένες για να κάνει σωστά τη δουλειά της και να σ’ αρπάξει, να σε κάνει να την ερωτευτείς, έτσι και η Πόλη χρησιμοποιεί τα ίδια τεχνάσματα για να σαγηνεύσει τον επισκέπτη.

Απ’ τη στιγμή που προσγειώθηκε το αεροπλάνο και πήρα το ταξί για το ξενοδοχείο, με τύλιξε μια ιδέα μυστηρίου και εκείνη η θλίψη την οποία αισθάνεται καθένας όταν αναπολεί μια χαμένη του αγάπη. Μια γοητευτική περιπέτεια άρχιζε για μένα. Μια περιπέτεια με αφετηρία το παρελθόν... Ομολογώ πώς ένιωσα λίγο σαν την ηρωίδα του τελευταίου μυθιστορήματός μου «η γυναίκα του Φάρου». Κοιτώντας τα αξιοθέατα ταξίδευα στο χρόνο... Άλλαζα εποχές... Κάθε φορά που έβλεπα ένα κτίριο νόμιζα ότι μπαινόβγαινα σε παράλληλες χρονικές διαστάσεις. Στο Μπλε τζαμί δεν είδα μόνο την μπλε τοιχογραφία του τρούλλου την εξαιρετικά ομολογώ φιλοτεχνημένη. Διέκρινα επίσης τη θέση της μουσουλμάνας γυναίκας σε μια Τουρκία που ντύθηκε ευρωπαΪκά για να πατήσει με τα γιασμάκια της στην ΕυρωπαΪκή Ένωση, η οποία όμως κάτω απ’ την ευρωπαΪκή ενδυμασία της φοράει ακόμη το φερετζέ της υποταγής, γαντζωμένη στη συντηρητική νοοτροπία της Ανατολής.
Φόρεσα την τούρκικη μαντήλα για να μπω στο τζαμί τους. Προσπάθησα να αιστανθώ την αύρα του ανατολίτικου μυστικισμού. Ήθελα να νιώσω αυτή την χώρα, να την καταλάβω. Έβγαλα τα παπούτσια μου για να περάσω το κατώφλι του τζαμιού και στην ουσία για να φορέσω «τα δικά τους», να «δανειστώ» τα μάτια τους, τις σκέψεις τους. Εκείνο που διαπίστωσα όταν ο Hobat ένας εξαίρετος ξεναγός θέλησε να κάνει μια ιδιαίτερη συζήτηση μαζί μου λες και είχε διαβάσει στο βλέμμα μου μια δυσπιστία για τις τουρκικές προθέσεις όσον αφορά την προβολή των ελληνικών ιστορικών και πολιτιστικών στοιχείων, ήταν πως ο τουρκικός λαός δεν νιώθει απέχθεια για τους πρώην «γκιαούρηδες».
Εκδήλωναν μια ιδιαίτερη χαρά όταν μπορούσαν να εξασκήσουν μαζί μου τα ικανοποιητικά ελληνικά τους. Και χάρηκα υπερβολικά όταν ο ξεναγός μας τόνισε ότι δεν πρόκειται να σταματήσουν οι προσπάθειες για τον καθαρισμό των τοιχογραφιών της Αγίας Σοφίας γιατί όπως είπε: «τα έργα τέχνης είναι κληρονομιά και περιουσία της ανθρωπότητας και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τα οικειοποιείται, να τα αλλοιώνει και να τα καταστρέφει, στο όνομα κανενός θεού».
Κατάλαβα τι εννοούσε και κατέβασα τα μάτια όταν η ξενάγηση συνεχίστηκε στο Υδραγωγείο του Ιουστινιανού, ένα απ’ τα αξιοθέατα της Πόλης, που έμοιαζε σαν να δραπέτευσε από σελίδες ανατολίτικου παραμυθιού. Σε πρώτο πλάνο, ένας φωτογράφος απαθανάτιζε τους τουρίστες με τούρκικες φορεσιές αξιωματούχων και χανουμισσών. «Ένα ακόμη τουριστικό εύρημα των εύστροφων εμπορικών νοών της Τουρκίας» σκέφτηκα καχύποπτα αλλά χρειάστηκαν μόνο ελάχιστα δευτερόλεπτα για να αλλάξω γνώμη και να υποκλιθώ στο μεγαλείο αυτής της βυζαντινής κατασκευής. Δεν ήταν μόνο η αρχιτεκτονική του χώρου που με μάγεψε. Ήταν η ομίχλη του μυστηρίου και του διάχυτου ρομαντισμού που έντυνε υπέροχα το χώρο. Ήταν οι αντανακλάσεις των προβολέων πάνω στο νερό και τα αμέτρητα ψάρια που κολυμπούσαν αμέριμνα καθαρίζοντας το βρόχινο ύδωρ. Ήταν οι σκοτεινές γωνιές που προκαλούσαν τους ερωτευμένους να αποζητήσουν ένα άγγιγμα, ένα κλεφτό φιλί, κι έκαναν τους μοναχικούς να νιώσουν την έλλειψη ερωτικής επαφής σαν δάγκωμα στα σπλάχνα.
Και ήταν πρωτίστως η θλίψη που εξέφρασε και πρωτύτερα ο ξεναγός για την καταστροφή των πολιτισμικών στοιχείων κάθε λαού και κάθε εποχής. Οι κολόνες με τις οποίες κατασκευάστηκε το βυζαντινό Υδραγωγείο προέρχονταν όλες από καταστραμμένους αρχαίους ελληνικούς ναούς. Μια απ’ αυτές, το κεφάλι της Μέδουσας, τοποθετημένο αντίστροφα, κατάφερνε ακόμη να μας πετρώνει με το βλέμμα της παραπονούμενο για το άδικο που είχε υποστεί ένα έργο τέχνης απαράμιλλης αξίας.
Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε ο αρχαίος μύθος. Σε καθηλώνει, σε πετρώνει το άδικο κάποιες φορές, σε κάνει να μην χαρίζεσαι σε κανέναν, μήτε και στους δικούς σου... Σου αλλάζει οπτική, σε κάνει να αλλαξοπιστείς κάποιες φορές από όσα λογικά και τετριμμένα έχεις μάθει...
Αυτά τα λίγα ας πω για το παρελθόν και να περάσω μέσα από μια άλλη τρύπα του χρόνου σ’ ένα παρόν φιλτραρισμένο πάλι απ’ τα μισόλογα κάποιων Τούρκων συγγραφέων και την επιφυλακτικότητά τους να μιλήσουν καθαρά για μια «μελανή κηλίδα» στο θέμα της ελευθερίας της έκφρασης και της δημοκρατίας στη σκέψη και στη γραφή.
«Υπάρχουν Τούρκοι συγγραφείς φυλακισμένοι τρία ίσως και τέσσερα χρόνια για κάτι που έγραψαν...» μου ψιθύρισαν όταν τους άνοιξα κουβέντα για το δικαίωμα του καθενός «να μην πιστεύει ούτε μια λέξη απ’ όσα ακούει αλλά να υπερασπίζεται και με την τελευταία ρανίδα του αίματός του ελεύθερα να λέει καθείς όσα πρεσβεύει.
Ήδη από το 18ο αιώνα, με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό ο Βολταίρος διακήρυξε από τους πρώτους αυτό το δικαίωμα. Να που τώρα, στο κατώφλι του 21ου αιώνα χρειάστηκε στη διακήρυξή μας στο ευρωπαϊκό συνέδριο λογοτεχνίας, να επανέλθουμε και να επαναλάβουμε την ίδια, ξεχασμένη για κάποιους αξία. Ωστόσο η διατύπωση της διακήρυξης δεν ήταν όσο κοφτερή και απόλυτη θα έπρεπε να είναι. Ήμασταν συγκαλυμμένοι. Γενικόλογοι... Φοβισμένοι ίσως... Δειλοί... Όσο ποτέ δεν ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι άλλων εποχών. Κι αυτό δεν μ’ άρεσε. Όπως δεν άρεσε και σ’ αρκετούς ακόμη από τους συγγραφείς που συμμετείχαμε σ’ αυτή τη διοργάνωση.

Η διοργάνωση της κρουαζιέρας στο Βόσπορο την Παρασκευή το βράδυ ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία 120 συγγραφείς απ όλη την Ευρώπη να πιούμε τουρκικά ποτά κι επιτέλους, χωρίς το φορμαλισμό των ομιλιών του Συνεδρίου να νιώσουμε άνθρωποι και να έρθουμε κοντά. Να ανταλλάξουμε πληροφορίες και απόψεις για τη γραφή στις χώρες μας. Να διαπιστώσουμε ότι όλοι οι εραστές της γραφής νιώθουμε να μας συγκλονίζει η ίδια δόνηση οδύνης όποτε στέκεται η ψυχή μας γυμνή μπρος στο χαρτί.
Μου άρεσε ο τρόπος που αντιμετώπισαν την Ελληνίδα συγγραφέα που τους έδινε πληροφορίες για τις λεπτομέρειες της Πολίτικης κουζίνας και τους εξηγούσε ότι η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή δεν έχει σταματήσει με τον Σεφέρη και τον Καζαντζάκη. Ήθελα να ξέρουν ότι το παλεύουμε ακόμη. Ήθελα να ξέρουν τι αντιμετωπίζουμε οι γυναίκες συγγραφείς στην Ελλάδα και πώς αξιολογούνται ή κατακεραυνώνονται τα ευπώλητα βιβλία. Μου άρεσε που μιλήσαμε για την επιρροή της οικονομικής κρίσης στο χώρο του βιβλίου στα ευρωπαΪκά εδάφη. Μου άρεσε που μου επιβεβαίωσαν ότι στις χώρες τους έχει κλείσει το θέμα της υποτίμησης της γυναικείας λογοτεχνικής παραγωγής όταν προκύπτει από το κείμενο η σοβαρότητα της λογοτεχνικής απόπειρας χωρίς να είναι απαραίτητα διανθισμένη με την λεγόμενη «εγκεφαλική» οπτική.
Ο Γκούσταφ Πηκ, ένας από τους πλέον διαπρεπείς συγγραφείς στην Ολλανδία, μισός Ολλανδός και μισός Ινδονήσιος, ένας δίμετρος άντρας που μου μιλούσε ενθουσιασμένος για την τεσσάρων μηνών κόρη του, είπε μια φράση που καταγράφτηκε μέσα μου ανεξίτηλα: Στο χώρο της γραφής υπάρχουν πολλοί εργάτες. Κάποιοι είναι πιο παραγωγικοί και κάποιοι όχι. Όλοι όμως είμαστε απαραίτητοι και ισότιμοι γιατί ό,τι γράφουμε είμαστε εμείς και ο κόσμος μας».
Μεταξύ τυρού και αχλαδιού ειπώθηκαν μεγάλες αλήθειες. Είναι μεγάλη υπόθεση για μένα ο Σιόν και η Oddny eir Aevarsdottir από την Ισλανδία να με αποκαλούν «my friend» και να μου εμπιστεύονται την ανθρώπινη υπόστασή τους. Όταν ο Glenn Meade, ο Ιρλανδός μπεστ σελλερίστας θρίλερ, μεταφρασμένος σε είκοσι εννέα χώρες και σκηνοθέτης στο Χόλυγουντ πλάι σε τέρατα του κινηματογράφου, εκδηλώνει ενδιαφέρον για τις ιστορίες των δικών μου βιβλίων και μου εκμυστηρεύεται την επιθυμία του να «μεταφραστεί» στην Ελλάδα που τόσο λατρεύει για τα καλοκαίρια του στην Κεφαλλονιά. Ανταλλάξαμε απεγνωσμένα e mail για να μη χάσουμε επαφή και ήταν απίστευτη η χαρά μου όταν άνοιξα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και βρήκα ήδη μηνύματα από τέσσερις.
Στην καρδιά μου θρονιάστηκε η ΌντνεΪ με την οποία δέσαμε από την αρχή. Είχε ένα ελληνικό ταμπεραμέντο ή εγώ Ισλανδέζικο δεν ξέρω τι ακριβώς ισχύει πάντως μοιάζαμε σαν δυο σταγόνες νερό. Συμβαίνει κάποιες φορές δυο άνθρωποι να είναι ολόιδιοι κι ας μεγαλώνουν χώρια, ας έχουν άλλες εμπειρίες κι άλλα χρώματα, ας ακούνε διαφορετική μουσική, ας αγαπούν αλλιώτικους ανθρώπους... Γελούσαμε με τα ίδια πράγματα, έχουμε την ίδια οπτική για τη λογοτεχνία, υπερασπιζόμαστε το δικαίωμά μας να διατηρούμε την γυναικεία ευαισθησία στη γραφή. Μ’ έκανε ν’ αγαπήσω τη μουσική των Σούφι, την έμαθα να φορά το άρωμα τριαντάφυλλο που φτιάχνουν από απόσταγμα τούρκικων ρόδων στην Αιγυπτιακή αγορά. Της έμαθα να παζαρεύει στο Καπαλίτσαρσι, και να το διασκεδάζει.
«Greek and Turkish were together for a long time. We were friends someday. But the politics make us oil and water. There is a lot of distance between us but the ingredients of our soul are the same. It’ s obvious”
Πώς ξεπετιούνται ακάλεστες φράσεις απ’ τα βιβλία μας όποτε συζητάμε για την αγάπη; Ένιωσα πολλές φορές να με πλημμυρίζουν οι λέξεις από το Ήθελα μόνο ένα αντίο. Οι λέξεις τελικά δεν κοιμούνται ποτέ. Οι λέξεις είναι στρατιώτες της αγάπης, της αδελφοσύνης... Οι πολιτισμοί μας διασταυρώθηκαν και βρήκαμε κοινά σημεία στις αισθήσεις και στα οράματά μας. Ο ορίζοντας που λέγαμε είχε τα ίδια χρώματα και για τις δυο. Δεν θα την ξεχάσω... Και ξέρω ότι δεν θα με ξεχάσει κι εκείνη. Θα έχει ένα «γαλάζιο φυλακτό» που της χάρισα για να μην τη ματιάζουν, θα έχω το πορτοφολάκι που μου χάρισε για να κρύβω μέσα του πάντα το μπουκαλάκι με το άρωμα του τουρκικού τριαντάφυλλου που της έμαθα να φοράει.
Κι έπειτα θα ξανααναφερθώ στον Γκούσταφ Πηκ. Ο Γκούσταφ έχει ένα φυσικό ελάττωμα που καθόλου δεν τον εμπόδισε να γίνει ο υπέροχος συγγραφέας που είναι. Έχει πρόβλημα τραυλισμού και αποτέλεσε για μένα τη μέγιστη απόδειξη ότι πίσω από κάθε συγγραφέα υπάρχει πάντα μια κρυμμένη πληγή. Δεν μπορούσε να μιλήσει, και μετέτρεψε το ελάττωμα σε φυσικό χάρισμα. Ανέπτυξε το ταλέντο της γραφής. Καθόταν δίπλα μου στο συνέδριο. Εξαιρετικά ευγενικός, έτοιμος να βοηθήσει κάθε στιγμή που κάποιος κάτι θα χρειαζόταν. Από κακή ενημέρωση των μελών της ομάδας που είχα επιλέξει να παρακολουθήσω και να εργαστώ για τη Διακήρυξη της ΕυρωπαΪκής Λογοτεχνίας δεν έλαβα ενημέρωση να ετοιμάσω δεκάλεπτη έως δεκαπεντάλεπτη ομιλία στα αγγλικά για την πρώτη μέρα των εργασιών του Συνεδρίου. Εκείνος είχε. Είχε μάλιστα κάνει αμέτρητες πρόβες για να μας διαβάσει το εξαίσιο κείμενό του.


AVRU
KU.WRSA$KENTI

Literature is art and since art has kissed all boundariesgoodbye, why should literature adhere to strict principles ofshape and form? Of all the arts, literature is the old man,reluctant to trade in his familiar coat for a new one, hesitantto lose his heart to a fresh face, because his wife of manyyears has mended his socks and given him hot dinners.
All literature is made up of words, blocks of lettersthrown together in some logical and readable form. It is aconcrete art form, not concerned with breath or shadow,mood or changing light. Unlike music or painting, literaturedoes not find its way to hearts intuitively. It has to be read,mulled over in the mind, to be understood. Even when youare able to read, you might experience difficulty readingliterature. Is that natural boundary perhaps the reason whymany writers today choose to perform their profession in aconservative and careful manner? Are they afraid to bemisunderstood, afraid to lose readers?
Recently I read The Sound and the Fury, by WilliamFaulkner. I read it in English and in Dutch and in bothlanguages it is a magnificent book. The novel, written in thelate 1920s, feels to me more modern than almost anythingmy contemporaries, including me, can come up with. TheSound and the Fury is a demanding and difficult book whichassumes that the reader has a mind and an imagination ofhis own.
Good books are like good people, they have fewerbut better friends. To experience pleasure or love, one hasto invest. To truly experience a work of literary art, one hasto surrender to it.
Never in history has the mountain of books beenhigher. This is because many writers are not really writers,but men and women who merely want to have written abook. The relatively low costs of publishing facilitate thesefortune-seekers in their quest for literary fame.
For too many years now, hacks have confusedfreedom with outrageousness, have sacrificed the stories oftheir times for a narrow and too autobiographical vision ofreality.
This is not what literature needs. This is not whatthe world needs. In literature, as in life, we have to consultthe past to gain an idea of the future. Writers have to readthe great voices that tried to make sense of time andexistence. The voices of Faulkner, of Camus, of Joyce, ofDickens, Tolstoy, of Erasmus, of Virgil and of Homer. In artnothing is ever really new, nor should it be sold as such. Awriter who is not aware of this, will only measure himselfagainst his contemporaries. This complacency can only endin literary stagnation.
However, today's economic and cultural recessionmight demolish the seemingly sturdy walls of complacency.Our arrogance, so connected with economic stature, is ripefor an overthrow. If Romanticism still lingers in our culture,it will not be long before we will turn our noses towards thepast.
And discover a wealth of voices and stories thatforetell our fate.
Perhaps I'm being too optimistic now. Perhapsdecadence has become the norm instead of the deviation.
Imagine literature succumbing to globalist rule. Itwould only be manufactured in third world countries byanonymous workers who churn out books faster andcheaper than you can say Dan Brown. Globalism, whichshould be about promoting world peace and the freeexchange of ideas, seems only a means to lower costs and
pump up profits. By moving businesses to un-democraticlow-cost countries and bribing local corrupt officials andpoliticians, free countries support un-democratic regimes.Western governments proclaim that capitalism will bringabout democracy. China is a clear example of this fallacy.Globalism hinders emerging democracies. And where thereis no democracy, there is no free art, and where there is nofree art, there are no free writers.
No writer can live and work without theprotection of his art. In many places in the world writers arestill prosecuted, their books still perish at the stakes.
A writer who is free, however, and does notexercise his freedom, censures himself. Write about whatyou know, a common advice in creative writing classes, butwhat if your imagination does not stretch beyond middle-class boundaries? If you are a true writer: No matter. TryAgain. Fail again. Fail better. Only reckless courage will beable to catch all the current and different social landscapesin stories.
It is time that the novel reclaims its rightful placeamong the literary genres. It is a hybrid and highly personalform, it can be anything, dynamic, lethargic, multilingual,megalomaniacal, introverted, multicultural, essayistic,poetic, realistic, fanciful, whimsical, revealing, concealing,political, romantic, satiric, it can be all these things, and allat the same time, as long as its voice is original andconfident and unwavering.
Original. Confident. Unwavering. In a world oflanguage, the writer has to deal with a multiplicity ofmeanings. Nowadays, it is impossible to be aware of allcultural and lingual influences that comprise modernEurope. For a walk down the street, one language is notenough to overhear all conversation; a standard set ofcultural references is not enough for the mind to fullyunderstand its surroundings. Only someone with a playful,daring and imaginative mind will be able to select andarrange those words that knowingly convey context overtext. In other words, the artist is the one that chooses best.
And again: literature is art. Journalistic ordocumentary disclosure of reality will not do. Journalism isgreat for realism, but literature is terrific for truth. Onlywith a ruthless commitment to craft can one create art.
My father traveled a great deal when he wasyoung, when he was not yet a father. He met my motherabroad and eventually they settled in the Netherlands withall their stories. My father's father was German, his motherwas British. My mother was born in Indonesia. I am Europe,with a good dollop of the old colonies. Everybody grows up,like me, with tales of other people's youth. They are usuallysanitized and always a step behind in time. Every writer hasthe obligation to take heed of his history and then replacesentiment with story.
The mind of man is never finished, nor is his heart,and creating stories is a perfect human way of dealing withthe uncertainty of love and the inevitability of death.
Wouldn't it be a shame if a hundred years fromnow people look back at our age and discover nothing?Because nothing we write has survived? Because lazinessand arrogance and timidity and indifference and decadencehave ruined our shot at recording the time of our times?
In literature, nothing is valid except the greatquestions.
What is a human being?
Is this how he or she should live?
Gustaaf Peek


Μετά από αυτό το εξαίσιο κείμενο ήταν η δική μου σειρά και δεν ήμουν κατάλληλα προετοιμασμένη. Είπα λίγα:
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός η μετατροπή της λογοτεχνίας σε καταναλωτικό αγαθό όπως επίσης αδιαμφισβήτητη είναι η τάση της εύκολης ανάγνωσης και προσέγγισης του βιβλίου ώστε το κοινό να μην δυσκολεύεται στην πρόσληψη των μηνυμάτων με μια απλή και μοναδική ανάγνωση. Ο αναγνώστης απαιτεί την ευκολία του και ο συγγραφέας, αν θέλει να είναι ευπώλητος, πρέπει να ικανοποιεί αυτό το πρόσταγμα/ανάγκη. Το αποτέλεσμα είναι συχνά να γράφει κατά παραγγελία αυτό που οι άλλοι επιθυμούν να διαβάσουν και η λογοτεχνία από προσωπική ανάγκη για αυτοβελτίωση και αυτοανάλυση να καταλήγει να αποτελεί την ικανοποίηση της ανάγκης άλλων άλλοτε στο όνομα της επικοινωνίας και άλλοτε επί πληρωμή (με αντάλλαγμα τις υψηλές πωλήσεις). Πόσο όμως πλέον η τέχνη υπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους εξαρχής, από τις πρωτόγονες κοινωνίες δημιουργήθηκε;
It has been an undeniable fact nowadays the transformation of the literature to a commercial commodity as well as the tendency to the easy reading and approach of a book so that the readers won’t find any difficulty in the reception of the messages with one, simple reading. The reader demands the easiness and the author, in case they want to be best selling authors, has to indulge this demand. The result is that the author writes attending the order something that the reader wants to read and the literature from a means of self – improvement and self analysis becomes the satisfaction of other people’s needs either in the name of communication or the best selling in return. The question though is; does art serves the purposes for which it has been created by the primitive even communities?
Το γεγονός ότι η τέχνη έγινε καταναλωτικό αγαθό, και συγχρόνως, δυστυχώς, αναλώσιμο προϊόν, με διάρκεια ζωής λίγων μηνών λόγω της υπερπληθώρας της προσφοράς και αντίστοιχα της ζήτησης, καθώς το βιβλίο υπόκειται σε όλους τους κανόνες και τις πρακτικές της αγοράς, αντίστοιχα και ο δημιουργός αισθάνεται χαμένος μες στον ορυμαγδό αυτής της οργιώδους λογοτεχνικής δράσης χάνοντας πολλές φορές τον προσανατολισμό και την εσωτερίκευσή του στο όνομα της δημοσιότητας, της αποδοχής και των υλικών απολαβών. Το ζητούμενο είναι τι μένει τόσο στον ίδιο όσο και στο κοινό του, το κοινό το σύγχρονο με την παραγωγή του έργου κι εκείνο που θα κοινωνήσει με το έργο αυτό αρκετές δεκαετίες αργότερα ώστε να μπορεί να διαμορφώσει μια αποκρυσταλλωμένη και σαφή άποψη για την ποιότητά του.
The fact that art has become a commercial commodity and unfortunately a consumer good at the same time, with a span of life of few months only due to the plethora of the supply and demand accordingly, as the book is subjected to the rules and practices of the market, the creator feels lost in the middle of the deafening sound of this orgiastic literary action, losing the orientation and the inwardness in the name of publicity and of the acceptance of the profit. The point of the matter is, what is finally left not only to the creator themselves but also to their public with the production of their work and which message will finally manage to convey a few decades later so that the readers to be able to form a crystallized and clear view for the quality of the work.
Θεωρώ πως ανεξάρτητα από τη θεματολογία με την οποία κάποιος θα καταπιαστεί, βασικό ζητούμενο στην τέχνη είναι ο τρόπος με τον οποίο θα το προσεγγίσει. Θεματολογία παρωχημένη αλλά με προσέγγιση σύγχρονη, ανατρεπτική και ριζοσπαστική ίσως, μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία έργου μεγαλειώδους και αντίστροφα. Συνεπώς, η επιλογή θεμάτων «κλασικού» ρεπερτορίου ή θεμάτων που στηρίζονται στη φαντασία και στη συνδυαστική ικανότητα του δημιουργού θα αναχθούν σε λογοτεχνικής αξίας έργα μόνο στην περίπτωση που το γλωσσικό τους ένδυμα θα είναι τέτοιο ώστε να φωτίσει την ιδιαίτερη προσωπικότητά τους. Σημασία δεν έχει το θέμα και δεν θα πρέπει να κρίνεται αυτούσιο, αλλά η οπτική από την οποία το φωτίζει ο δημιουργός.
I am inclined to believe that the basic point of the matter in the art is the way through which a creator approaches a topic regardless of the topic itself. The choice of old fashioned topics with a modern, subversive and radical approach might lead to the creation of a great work and vice versa. As a consequence, the choice of topics of classic repertoire or topics based on the imagination and on the combining ability of the creator will become pieces of art only in the case that their linguistic dress will be able to light their specific personality. The topic itself is not of great importance as much as the viewpoint that a creator chooses to give light to it.

Ο Γκούσταφ Πηκ με συνεχάρη πρώτος κι ένιωσα άβολα. Το δικό του κείμενο ήταν τόσο ζυγισμένο και οι λέξεις τόσο άψογα μοιρασμένες ανάμεσα στα νοήματα. Ένιωθα ότι η λογοτεχνία, όσο συζητούσα μαζί του, έπαιρνε υπόσταση και δεν ήταν μια ξύλινη διαδικασία όπως δυστυχώς προβλήθηκε μέσα στα αμφιθέατρα όπου συζητήθηκε η προκαθορισμένη θεματολογία. Μακάρι να μπορούσα να μαγνητοφωνήσω κάθε φράση του. Είναι και κριτικός λογοτεχνίας. Μακάρι να μπορούσε να διαβάσει κάτι δικό μου και να με διόρθωνε. Από έναν τέτοιο άνθρωπο, σίγουρα θα είχα να μάθω πολλά. Γιατί η αρχή που πρέπει να διέπει έναν καλό κριτικό είναι πρωτίστως η καλοπροαίρετη πρόθεση και η ευγένεια, κάτι που στους Έλληνες κριτικούς δυστυχώς λείπει. Ο καλός κριτικός δεν είναι αυτός που γενικόλογα και αόριστα σε απορρίπτει κλείνοντας τα μάτια στα όποια θετικά στοιχεία έχει κάθε έργο. Είναι εκείνος που σε πιάνει απ’ το χέρι και σε βοηθάει να ανέβεις έστω κι ένα σκαλί.

Ένα σκαλί για την αλήθεια και το ψέμα, την υποκρισία και την ειλικρίνεια, το φόβο και το πάθος, το λάθος και το σωστό, το φως και το σκοτάδι, το δέντρο και το δάσος της λογοτεχνίας ήταν το European writters’ Parliament που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα πλαίσια της προκήρυξης της Κωνσταντινούπολης ώς Πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης για το 2010.
Τα θέματα ευρύτατα, μας παρέσυραν σε πολλά παρακλάδια συζήτησης. Άλλοτε ενδιαφέροντα και άλλοτε κοινότοπα και ανιαρά. Oι τέσσερις θεματικές ενότητες του Συνεδρίου μας ανάγκασαν να αναπτύξουμε μια εξειδικευμένη σκέψη επί συγκεκριμένης θεματολογίας. Ο ρόλος της εθνικότητας και της θρησκείας στη λογοτεχνία, ο ρόλος της τεχνολογίας και των νέων μέσων στην υπηρεσία του γραπτού λόγου, η μετατροπή του βιβλίου από ακραιφνώς πνευματικό προϊόν σε καταναλωτικό είδος και η ανησυχητικά μικρής διάρκειας ζωή του είναι μερικοί μόνο από τους προβληματισμούς των σύγχρονων ευρωπαίων λογοτεχνών.
Πράγματι, γύρισα πλουσιότερη, μ’ ένα αίσθημα πληρότητας. Σ’ αυτή τη συνάντηση διδάχτηκα πρωτίστως την ταπεινότητα που χαρακτηρίζει τους μεγάλους. Το ν’ αφουγκράζεσαι, ν’ ακούς, να επεξεργάζεσαι εσωτερικά τα ερεθίσματα, να διαμορφώνεις την άποψή σου χωρίς απαραίτητα να έχεις την ανάγκη να την εξωτερικεύσεις ή να την επιβάλλεις ήταν και συνεχίζει να είναι για μένα βασικός δείκτης ωριμότητας.

Η λογοτεχνία είναι η τέχνη της ομορφιάς... Ήταν η τέχνη της ομορφιάς... Ολοένα και περισσότερο αποκτά πρόθεση να σοκάρει και όχι απλώς να ξαφνιάσει ή να πρωτοτυπήσει... Ολοένα και περισσότερο περιγράφει την φρίκη της εποχής... Ανακαλύπτουμε πάντα νέα χάπια για νέες ασθένειες, θα παρατηρήσει κάποιος εκ των συνέδρων.

Η λογοτεχνία είναι προϊόν του υποσυνειδήτου, όχι της λογικής, όχι του εγκεφάλου. Ας της επιτρέψουμε να εκφραστεί όπως εκείνη γάργαρη αναδύεται από τον εσώτερο κόσμο μας.
Είναι πολλά τα όπλα μας στον πόλεμο της κουλτούρας. Κι έχουμε ανάγκη όχι μόνο το «πυρηνικό οπλοστάσιο» των λίγων αλλά και και τον πιο ελαφρύ εξοπλισμό των πολλών.

Υπάρχουν τρία είδη λογοτεχνίας: Η καθαρά και μόνο ψυχαγωγική, η λογοτεχνία της βαριάς διανόησης και το ανάμικτο είδος της ευρηματικής, ευπώλητης λογοτεχνίας, το οποίο επιδιώκουν να γράψουν όλοι οι Ευρωπαίοι, επειδή το θεωρούν ως το δυσκολότερο.

Η λογοτεχνία έχει πανανθρώπινο χαρακτήρα. Τα όποια γυναικεία ή ανδρικά χαρακτηριστικά είναι τα όπλα που υπηρετούν την ιδέα της.

Η λογοτεχνία είναι η τέχνη της λέξης. Η αλληγορία και ο μύθος υπηρετούν τους ήρωες και τις ιδέες. Κάποιες φορές οι ήρωες γεννούν τις ιδέες ή οι ιδέες τους ήρωες. Πάντοτε όμως η λέξη είναι αυτή που έχει τη δύναμη να ντύσει τη γύμνια των ιδεών και των ηρώων.

Το να είναι κάτι «πολύ λογοτεχνία» και όχι δημοφιλές, αφαιρεί από την ίδια την έννοια της τέχνης, που προορισμό της έχει να επικοινωνήσει με τη μάζα.

Τα ομηρικά έπη είναι γεμάτα επαναλήψεις, πραγματολογικές ανακρίβειες και πλατυασμούς. Ωστόσο, είναι από τα πιο δημοφιλή κείμενα λογοτεχνίας όλων των εποχών. Το παν είναι να είναι ερωτεύσιμο το λογοτεχνικό αποτέλεσμα και όχι τα όποια ελαττώματα ενός έργου. Σημασία έχει η αύρα που αφήνει.
Όπως ειπώθηκε συζητήθηκαν θέματα πολλά, άλλα γενικά και άλλα ειδικότερα. Τα συμπεράσματα απλά και καίρια.
Ίσως γι’ αυτό η διακήρυξη του Συνεδρίου ήταν εξαιρετικά απλή και περιεκτική. Απλή όσο ένας αρχαϊκός λευκός χιτώνας και περιεκτική όσο οι λαϊκές παροιμίες που συμπτύσσουν βαθιά νοήματα. Φυτέψαμε μέσα στις λέξεις αυτής της διακήρυξης κάθε πρόβλημα και κάθε παράπονο μετά από χειμάρρους συζητήσεων που κατέληξαν πολύ απλά στο όραμα μιας παναθρώπινης λογοτεχνίας, χωρίς φύλο, χωρίς όρια θρησκειών, πολιτικών πεποιθήσεων, στρατευμένων «οραμάτων».

We have all, as writers, come to the European Writers' Parliament in Istanbul to focus onliterature as a means of broadening our world. We share the belief that literature is a placewhere different viewpoints meet and clash in the most constructive way - within written textsand in dialogue between their authors. In the context of the rising tide of intolerance in theworld, in Europe and in Turkey, we regret that the participation of V.S. Naipaul was madeimpossible.
The freedom of all types of cultural and literary acts is vital. Every direct or indirect barrierpreventing freedom of expression should be abolished. Powerful institutional and civil societysupport should be mobilized to prevent violence and threats to freedom of expression.
All practices that hinder freedom of publishing should be eradicated; all methods ofoppression against writers, translators and publishers should be opposed including the useof penal codes and laws to harass and intimidate writers, such as has happened in Turkeyand elsewhere in Europe.
Linguistic oppression is unacceptable. Everyone should be free to express themselves in thelanguage of their choice. Methods should be devised to transgress the hierarchy betweencentre and periphery. Minority languages and "minor" languages must be supported andtranslation into and out of these languages must be funded. The role of translation is of theutmost importance in determining the literary landscape. Translation is essential for crossborder literacy. New sources of funding must be sought and existing ones protected.
Measures should be taken to produce and make accessible non-mainstream, independentworks of literature. Literary genres at the risk of extinction should be protected. Policiesshould be generated to prevent the standardization of expression and promote biblio-diversity.
Digital media is essential for freedom of thought and expression. The digital media is apotential sphere of democratization. We oppose government surveillance and censorshipstrategies aimed at limiting the free flow of information and ideas. New ways should be foundto access high quality information and to preserve authors' rights.
Political, ethnic, religious and national boundaries should not present an obstacle to thewriter. We support cultural diversity and exchange.


Όλοι μας σταθήκαμε ως υπάκουοι στρατιώτες στον έρωτα της γραφής. Φωτογραφηθήκαμε σαν χαρούμενα παιδιά σε μια εκδρομή, φιληθήκαμε σαν φίλοι παλιοί που αποχωρίζονται. Χορτάσαμε κουβέντα και κρασί. Και αυτό το αίσθημα της αδελφοσύνης των συγγραφέων του κόσμου ξεπήδησε αυθόρμητα από μέσα μας, όπως αναγνωρίζει καθένας τους όμοιούς του και αποζητά το χνώτο τους για να μην νιώθει μόνος και παράταιρος σ’ αυτό τον κόσμο, σ’ αυτή τη ζωή.
Άφησα για το τέλος τη συνάντησή μου με την Ελίφ Dogan μια Τουρκάλα φοιτήτρια στο Τμήμα Ελληνικών Σπουδών της Άγκυρας η οποία επέλεξε το ήθελα μόνο ένα αντίο για να κάνει την πτυχιακή της εργασία. Έκανε ολόκληρο ταξίδι για να μιλήσουμε.

Νιώθω ευτυχής. Θεωρώ ότι ετούτο το ταξίδι ήταν το καλύτερο δώρο που μου έχει κάνει ο εκδότης μου και οι συνεργάτες του έως σήμερα. Δεν είναι αρκετό ένα ευχαριστώ. Όμως ό,τι κι αν πω πέρα απ’ αυτή τη λέξη, και πάλι θα είναι λίγο.


Με εκτίμηση,
Πασχαλία Τραυλού.






1 σχόλιο:

Smaragdenia είπε...

καλημέρα και καλό μήνα Πασχαλία μου...σου εύχομαι τα καλύτερα γιατί το αξίζεις και με το παραπάνω. φιλάκια πολλά.