Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

AΓΑΣΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΛΛΙΟΝΤΖΗ

Αγαστή Συνεργασία της Αναστασίας Καλλιοντζή
Γενικά περί συγγραφής...
(μήπως έχουμε χάσει την πυξίδα; Μήπως έχουμε χάσει το όνειρο;)
Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει
Είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη

Όπως τραγούδησε και ο Σαββόπουλος, στίχοι ψυχής που θα μπορούσαν να είναι ο ύμνος των απανταχού συγγραφέων και ποιητών της Υφηλίου και στο παρόν και στο παρελθόν και στο μέλλον. Των συγγραφέων που κάνουν βουτιά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, που παραδίνονται στους κραδασμούς των φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου, που γράφουν επειδή αισθάνονται πως, αν δεν το κάνουν, θα πάθουν ασφυξία. Των συγγραφέων που όλο σκαλίζουν τα δρώμενα της κοινωνίας από τη μια και τρώνε τη σάρκα της ψυχής τους απ’ την άλλη, γιατί έχουν ανάγκη, κάπως να αντιδράσουν για τα κακώς κείμενα του κόσμου μας.
Γιατί εδώ που τα λέμε, είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει στις μέρες μας μια πνευματική καθίζηση αφενός λόγω της νωχέλειας του «δε βαριέσαι» που είναι το ρητό του νεοέλληνα κι αφετέρου λόγω του ότι στην Ελλάδα πλημμυρίσαμε από συγγραφείς ενώ οι αναγνώστες τείνουν να γίνουν είδος προς εξαφάνιση. Κι όταν μιλάμε για αναγνώστες, δεν εννοούμε αυτούς που απλώς έχουν ανάγκη να περάσουν την ώρα τους μ’ ένα βιβλίο κι ούτε φυσικά είναι κατακριτέο κάτι τέτοιο. Εννοούμε εκείνους που απαιτούν από το βιβλίο που θα διαβάσουν, όταν το κλείσουν να γίνουν κατά τι έστω πιο οξύνοες, πιο ευαίσθητοι, πιο παρατηρητικοί, πιο χαρούμενοι, πιο σκεπτόμενοι.

Η συγγραφέας και οι στόχοι της
(Πώς να μιλήσεις για ένα έργο, αν δεν γνωρίζεις τις προθέσεις του δημιουργού;)
Θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να μιλήσω για το συγκεκριμένο έργο για τον επιπλέον λόγο ότι γνωρίζω αρκετά καλά τη δημιουργό του. Σε πολλές από τις συζητήσεις που έχουμε κάνει με την Αναστασία, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ετούτο το βιβλίο το έγραψε με πάσα ειλικρίνεια και εντιμότητα και με καθαρή πρόθεση να βάλει ένα λιθαράκι στην αφύπνιση του νεοέλληνα, να του σημάνει τον κώδωνα του κινδύνου για την πνευματική ένδεια και νωχέλεια που τον έχει καταβάλει.
Θέμα και στόχος του βιβλίου
Το βιβλίο έχει ένα βαθιά καταγγελτικό και συνάμα φιλοσοφικό χαρακτήρα, μ’ έναν καθηλωτικό τρόπο, που δεν σ’ αφήνει στιγμή να το αφήσεις από τα χέρια σου. Ξεκινάει από την ιδέα και προχωρεί στην ιστορία μιας και η ιστορία είναι το μέσο για να εξασφαλίσει η ιστορία την κοινωνία του αναγνώστη με το μήνυμά της. Καθώς γνωρίζω και την πληθωρική προσωπικότητα της συγγραφέως του είχα την αίσθηση ότι είχα την Αναστασία πάλι στο τραπεζάκι μας, να μου μιλάει και να απολαμβάνω το χειμαρρώδη της λόγο γεμάτο από πείσμα και αγανάκτηση γι’ αυτούς τους έσχατους καιρούς.
Θέμα του βιβλίου, η διαφθορά και η παντελής έλλειψη της αξιοκρατίας και της εντιμότητας στα κοινωνικά και πολιτικά κατ’ επέκταση δρώμενα της Ελλάδος.
Καταγγέλλει την αναξιοκρατία στην κατάληψη των διαφόρων πανεπιστημιακών θώκων κατ’ αντιδιαστολή με την πλήρη διαφάνεια και αξιοκρατία που επικρατεί στα ξένα πανεπιστήμια.
Καταγγέλλει την έκπτωση των αξιών εν όψει του βολέματος και της μύησης στη θρησκεία του Μαμμωνά ακόμη και από κάποιους υπερθεματιστές των αξιών της αριστεράς, που χωρίς ενδοιασμό ξεπούλησαν τα παχιά λόγια που έλεγαν άλλοτε κι έκαναν μακροβούτι στις πολυτελείς πισίνες και στα φουαγκρά.
Καταγγέλλει την θεματολογική ένδεια της σύγχρονης λογοτεχνίας και τους λογοτέχνες που γράφουν χωρίς να έχουν κάτι να πουν, ή γράφουν αφουγκραζόμενοι την ανάγκη του νωχελικού έλληνα να ακούσει όσα δεν θα του θίγουν «οικεία κακά», περιοριζόμενοι σε ανάλαφρα ερωτικά θέματα. Επιχειρεί μάλιστα μια βαθειά ερμηνεία του φαινομένου με παρατηρήσεις καίριες και ουσιώδεις.
Καταγγέλλει αυτή τη φορά τα κακώς κείμενα στον εκδοτικό χώρο, την άλλη πλευρά της σύγχρονης διανόησης, το χώρο που φροντίζει για τη διάδοση και τη διατήρηση του στοχασμού του νεοέλληνα, όπου δυστυχώς τα κριτήρια κάποιες φορές είναι κατεξοχήν υλιστικά. Εκδίδονται βιβλία με κύριο κριτήριο τον ευπώλητο ή μη χαρακτήρα τους μόνο κι επιπλέον ψίθυροι όντως υπάρχουν στα πηγαδάκια των συγγραφέων ότι πέφτουν θύματα οικονομικής εκμετάλλευσης από εκδότες, υπόνοιες δυστυχώς αναπόδεικτες αφού δεν υπάρχει διαφάνεια και τρόπος ελέγχου.
Καταγγέλλει επίσης, τις ενώσεις λογοτεχνών που δυστυχώς κάποιες φορές μετατρέπονται σε άνδρα ψευδοκουλτούρας προωθώντας τα έργα των υμετέρων και δεν ασκούν καμία συνδικαλιστική δράση για την βελτίωση ζωής και τα δικαιώματα εν γένει του συγγραφέα στην Ελλάδα. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι άνθρωποι αφοσιωμένοι στη συγγραφή, δεν έχουν την ελπίδα ούτε μιας στοιχειώδους σύνταξης.
Καταγγέλλει, την καταρράκωση των ανθρώπων με ιδανικά και την επικράτηση εκείνων που πατούν επί πτωμάτων για την επίτευξη της κοινωνικής και οικονομικής τους ανέλιξης.
Καταγγέλλει τις προσωπικές ανθρώπινες σχέσεις, στις οποίες έχει εκλείψει η εμπιστοσύνη και ο αλληλοσεβασμός καθώς έχουν μετατραπεί σε ατέρμονες οικονομικές δοσοληψίες και περιγράφει με αστείρευτο χιούμορ την εκμηδένιση του ανθρώπινου, ψυχικού παράγοντα.
Καταγγέλλει, θα έλεγα τον ίδιο τον έρωτα, αντιμετωπίζοντάς τον με τον πιο ωμό όσο και γνήσια αληθινό τρόπο καταστροφής ενός ανθρώπου, και η οπτική της αυτή με οδηγεί να χαρακτηρίσω το έργο της πέρα από καταγγελτικό και αντι-ροζ. Ο έρωτας των δύο ηρώων της Αναστασίας είναι ένας έρωτας της σάρκας, χυμώδης και αχόρταγος χωρίς καρδούλες, ηλιοβασιλέματα και ροζ συννεφάκια. Ένας έρωτας που εξελίσσεται δυστυχώς σε δεσμά μονομερούς αγάπης απ’ την πλευρά του ήρωά της. Ο έρωτας του Κωνσταντίνου μετουσιώνεται σε αίσθημα απόλυτης παράδοσης και αφοσίωσης, ενώ για τη Μυρτώ ο έρωτας είναι απλώς το χαλινάρι για να μετατρέψει τον Κωνσταντίνο σε άλογο κούρσας.

Εκφραστικά μέσα, δομή, γλώσσα, ύφος και ήθος
(Στη λογοτεχνία δεν έχει σημασία μόνο το τι αλλά και το πώς)
Είναι γεγονός ότι κάθε βιβλίο για να είναι πετυχημένο και να περάσει στο κοινό τα μηνύματα που στοχεύει να περάσει, πρέπει να βρεθεί η κατάλληλη φόρμα, η κατάλληλη δομή και γλώσσα και συνάμα η κατάλληλη ιστορία για να αποτελέσει το κοστούμι του μηνύματος.
Κάποτε ένας θεατρικός συγγραφέας, από τους καλύτερους νεοέλληνες, ο Γιώργος Χασάπογλου μου είπε ότι για να γράψεις κωμικό έργο πρέπει το θέμα σου να είναι εξαιρετικά σοβαρό.
Αυτό το δόγμα προφανώς το κατέχει πολύ καλά η Αναστασία. Πάντρεψε στο βιβλίο της το χιούμορ με το τραγικό στοιχείο, ακολουθώντας ίσως αριστοφανικές οδούς συνδυασμένες με παρεμφερείς εκφραστικούς τρόπους με εκείνους του Μπουκόφσκι του οποίου μνεία κάνει συχνά στο έργο της. Είναι απόλυτα σαφές από τον τρόπο που εκφράζει τις σκέψεις της, ότι υπάρχει ένα πολυποίκιλο και βαθύ υπόστρωμα διαβασμάτων που τροφοδοτεί τη λογοτεχνική εκφορά του λόγου της και επηρεάζει σαφέστατα τη θεματολογία με την οποία έχει επιλέξει να ασχοληθεί. Τα κρεσέντα της, μια ή δυο λέξεις συνήθως, έχουν τη συγκινησιακή φόρτιση και τη δυναμική της εικόνας. Φωτογραφίζουν την ψυχή και τη δίνουν γυμνή στον αναγνώστη με όλη την έμφαση της αλήθειας που αντιπροσωπεύουν. Η συγγραφέας έχει την αίσθηση του μέτρου. Ξέρει πότε πρέπει να πει πολλά και πότε λίγα, πότε να αμολήσει καλούμπα και πότε να κρατήσει γερά το σκοινί για να πετάξει ψηλότερα ο αϊτός της. Και πιστέψτε με, τούτος ο αίτός της Αναστασίας θα φτάσει πολύ ψηλά και πολύ μακριά. Απογυμνώνει την ψυχή του ήρωά της προκειμένου να ντύσει όσο καλύτερα την ιδέα της, τόσο που η γύμνια αυτή του ήρωα, γίνεται από μόνη της η ιστορία της.
Η Αναστασία κατ’ εμέ αποδείχτηκε τέλεια... ράφτρα. Έφτιαξε μια ιστορία με ραφές άψογες, με πιέτες απίστευτες, με επιλογή του καλύτερου υφάσματος για να φτιάξει το κοστούμι των ιδεών της. Ούτε μια στιγμή δεν ένιωσα ότι δογματίζει. Βγαίνει πηγαία από μέσα της η αγανάκτηση για τα κακώς κείμενα και καταγράφεται ατόφια, με την αυθόρμητη σκέψη του νεοέλληνα που μόνο μες στο σπίτι του ή στους οικείους του κατατίθεται με τόση ορμή και τόση φρεσκάδα. Η Αναστασία δεν καταδέχεται να φτιασιδώσει και να κατεργαστεί τη σκέψη. Την καταθέτει στο χαρτί όπως είναι, για να μην της στερήσει ούτε ίχνος απ’ τη δυναμική της ψυχής που γίνεται ελεγχόμενη και υποτονική όταν ο εγκέφαλος επιχειρήσει να την μετατρέψει σε πιο κόσμια διατύπωση.
Ίσως, κάποιος μη συνηθισμένος στον τρόπο έκφρασης της Αναστασίας να πει διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες της: θα της βάλω πιπέρι στο στόμα! Τόσο όμορφη γυναίκα και λέει τόσες κακές λέξεις! Όταν όμως προχωρήσει λίγο και νιώσει την αγανάκτηση και την αλήθεια που βγάζει η γλώσσα της Αναστασίας τότε σίγουρα θα αισθανθεί πόσο ισχυρός είναι ο ηθικός της κώδικας!
Οι ήρωες
(αν τους ήρωες δεν τους νιώθεις να κινούνται δίπλα σου, να τους μυρίζεις, να τους ακούς, να τους φαντάζεσαι, τότε η λογοτεχνία δεν έχει πετύχει το σκοπό της)
Όπως ήδη κατέθεσα, όλο το βιβλίο με καθήλωσε. Θα σταθώ όμως σε τούτη τη φράση που αποκρυπτογραφεί όλο το μεγαλείο του ήρωά της:
Ξεκρέμασε από τον τοίχο τα πτυχία του, του Εθνικού και Καποδιστριακού και της Σορβόνης, τα πήγε στο μπάνιο και τα έκαψε. Άφησε τις στάχτες επίτηδες στη μπανιέρα. Δεν τις ξέπλυνε.
Ο ήρωας της Αναστασίας, μ’ ένα όνομα βαρύ σαν ιστορία, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, είναι ένας Δον Κιχώτης του κόσμου μας, ένας συγγραφέας που γράφει από ψυχής και όχι σύμφωνα με ό,τι μπορεί να έχει πέραση. Ο Κωνσταντίνος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της δημιουργού του και ίσως γι’ αυτό τόσο αληθινός. !Είναι ένας συγγραφέας που πρώτα ζυμώθηκε με τη γνώση, πρώτα διάβασε κι έλιωσε παντελόνια κι έπειτα αποφάσισε να δοκιμάσει να γράψει. Κι έγραψε για να βγάλει από μέσα του κάτι που τον βάραινε, όχι με ορίζοντα να πουλήσει αντίτυπα αλλά για να εξωτερικεύσει την ψυχή του.
Πούλησε βέβαια, αγαπήθηκε, όπως αργά ή γρήγορα το κοινό διακρίνει το αυθεντικό από το ψεύτικο. Αλλά ο στόχος ήταν ο εξαγνισμός της δικής του ψυχής και όχι η αποχαύνωση των άλλων και η συνέχιση της ψευδαίσθησης ότι όλα βαίνουν καλώς. Γόνος μιας εντίμως και πιστής στις ιδέες της οικογένειας και γαλουχημένος με ιδεώδη και αξίες, νιώθοντας εμπιστοσύνη στους ανθρώπους επειδή πίστευε ότι όλοι λειτουργούν σαν κι αυτόν, αποδείχτηκε αφελής τόσο στον έρωτα όσο και στις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Η χιουμοριστική προσέγγιση της ηθογραφίας του νεοέλληνα είναι εξαιρετική. Ένιωθα όσο το διάβαζα ότι η μάνα της Μυρτώς με το λαμέ φουστάνι και ο κοιλαράς πατέρας της με τις χρυσές αλυσίδες και το νύχι στο μικρό δάχτυλο ήταν καθισμένοι στον καναπέ αντίκρυ μου και περίμεναν να τους τρατάρω.
Όλο το βιβλίο θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετική ταινία από εκείνες τις παλιές, τις υπέροχες, απ’ τις οποίες η Αναστασία δανείζεται ατάκες για να ενδυναμώσει το χιούμορ και εν γένει το λόγο της και να σκιαγραφήσει αρτιότερα τους ήρωές της οι οποίοι είναι απόλυτα διαφανείς ως χαρακτήρες στο βιβλίο.
Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά ακόμη αλλά ένα βιβλίο η αλήθεια είναι ότι αυτοσυστήνεται καλύτερα από οποιαδήποτε κριτική και ανάλυση κάνουν γι αυτό. Όσα και να σας πω, εκείνο που μετράει είναι να παραδοθείτε στις σελίδες του και ν’ αφεθείτε στη γραφή της Αναστασίας να δονήσει την ψυχή σας όπως συγκλόνισε και τη δική μου!

1 σχόλιο:

Smaragdenia είπε...

Ένα βιβλίο γεμάτο δυναμισμό, σήμερα το ξεκίνησα. Ναναι καλοτάξιδο κι ευλογημένο.