Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Ο τελευταίος κόμπος

Ήμουν μαθήτρια της 2ας λυκείου όταν συνέβη το περιστατικό που αναπτύσσω στο διήγημα που ακολουθεί. Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε, αλλά ακόμη δεν έχω καταφέρει να ξεχάσω ούτε το συμμαθητή μου, ούτε το περιστατικό. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να γράψω αυτό το κείμενο στη μνήμη του με όλο το συναίσθημα εκείνης της στιγμής και με ελάχιστες αλλαγές για την εξυπηρέτηση του μύθου.


Ο τελευταίος κόμπος…
O Mάρκος είχε μια μανία να φτιάχνει κόμπους. Από πιτσιρίκι τον έπαιρνε ο συνονόματος παππούς του στο καϊκι και του μάθαινε ό, τι θηλιά μπορείς να φανταστείς, σαν γερο καπετάνιος που ήταν. Έτσι έμαθε ο Μάρκος να φτιάχνει κάθε λογής θηλιά και κόμπο ναυτικό. Κι όσο μεγάλωνε και η ζωή του αντί για ευθεία, δενόταν κόμπος κι αυτή σαν γόρδιος δεσμός και ο κόσμος φάνταζε σκληρός και αβάσταχτος στα μάτια και την ψυχή του, σε μια γωνιά, στην σκοτεινή αποθήκη του σπιτιού τους κρυβόταν τα απόβραδα, μ’ ένα κομμάτι σπάγκο πάντα στην τσέπη για να γητεύει το παράπονο που έφτιαχνε κόμπο κι αυτό στο λαιμό του και του έφραζε την ανάσα. Παρέα με τη γάτα του τη Φωφώ, που δεν τον άφηνε λεπτό μονάχο, σφύριζε κι έφτιαχνε κόμπους εξαίσιους, περίπλοκους, λαβυρινθώδεις που κανείς άλλος πέρα από τον ίδιο δεν κατάφερνε να τους λύνει, εκτός από τον συνονόματο παππού που μόλις έκλεισε το παιδί τα δώδεκα τους άφησε χρόνους.
Πλάνταξε ο Μάρκος τότε. Έχασε το αποκούμπι του. Στον κόρφο του παππού του έτρεχε να κρυφτεί όποτε τα βράδια επέστρεφε ο πατέρας του μεθυσμένος απ’ την ταβέρνα και ξυλοφόρτωνε τη μάνα του τρώγοντας και ο γιος του κάμποσες ξώφαλτσες όταν έμπαινε στη μέση. Πότε δεν του άρεσε το φαϊ, πότε νευρίαζε με την αγέλαστη φάτσα της γυναίκας του της Ουρανίας, πότε δεν του έφταναν όσα του έδινε απ’ τη δουλειά της. Κι όταν πονούσε η παλάμη του χτυπώντας την, έβγαζε και μια ζώνη με μια αγκράφα σιδερένια, βαριά, που μάρκαρε το αδύναμο κορμάκι της Ουρανίας όπως παλιά πυρώνανε τα ζωντανά. Όλα του τα έλεγε ο Μάρκος του γέρου που έσφιγγε τις γροθιές του και χτυπούσε με απόγνωση το ροζιασμένο τραπέζι κι έπειτα αναστέναζε βαθιά:
«Της το ‘χα πει! Δεν έκανε αυτός για τη μάνα σου. Αλλά δεν ακούνε τα παιδιά. Αχ! Έπρεπε να την κλειδώσω στην αποθήκη μέχρι να τον ξεχάσει… Αφού τον ξέραμε τι ήταν του λόγου του στο νησί. Αχ… Να’ τα τώρα. Ποιος να μου το ‘λεγε… Τόση ντροπή, τόση περιφρόνηση εμείς που ήμασταν μαθημένοι να περπατούμε με το κεφάλι ψηλά!».
Έσκασε ο γέρος απ’ τη στενοχώρια του. Αυτός που ήταν μαθημένος να περπατάει με το κεφάλι ψηλά… Αυτός που για τη μοναχοκόρη του έκανε τόσα όνειρα που πήγαν στράφι…Αυτός που όλο το βιος του φτιάχτηκε μπουχτίζοντας η ψυχή του αλμύρα και νόστο πικραμένο… Δεν άντεξε. Στα εβδομήντα του μια μέρα που ο Μάρκος του είχε προφτάσει τα καθέκαστα και είδε την κόρη του με το πρόσωπο γεμάτο μελανιές, τον πρόδωσε η καρδιά του ή την πρόδωσε εκείνος κανείς δεν ξέρει τι συνέβη ακριβώς. Πάντως έφυγε για το ταξίδι χωρίς γυρισμό. Και ο Μάρκος έμεινε πίσω με παρηγοριά τους κόμπους του και τη γάτα του τη Φωφώ που τον έπαιρνε στο κατόπι όποτε κρυβόταν στην αποθήκη για να κλάψει αντιμέτωπος με το φόβο και την ντροπή που πέρασε από την ψυχή του γέρου στην δική του την ψυχή σαν μεταδοτική ασθένεια.

Είχε βγάλει κακό όνομα ο πατέρας του στο νησί. Από κεκτημένη ταχύτητα ζούσαν μιας και δούλευε στη χάση και στη φέξη. Η Ουρανία σιδέρωνε σεντόνια σε ξενοδοχεία για να τα βγάλουν πέρα, γιατί ο άντρας της, θυμόταν ότι ήταν άντρας μόνο όταν ήθελε να τη ρίξει στο κρεβάτι ή όταν του αντιμιλούσε και το έπαιρνε βαρέως ότι του σήκωνε κεφάλι.
Είχαν χάσει το λογαριασμό πόσες φορές είχε φυλακιστεί για μικροαδικήματα, κλοπές, ξυλοδαρμούς, απάτες. Καλημέρα δεν του έλεγαν πια και άλλαζαν πεζοδρόμιο όποτε τον συναντούσαν. Κοινό μυστικό ήταν ότι βασάνιζε τη γυναίκα και το γιο του, που έμεινε μονάκριβος γιατί απ’ το ξύλο η Ουρανία δεν μπορούσε να κάνει άλλα παιδιά.
Όλα αυτά τα ήξεραν στο νησί. Αλλά έκαναν τους κουφούς όταν άκουγαν τις κραυγές βοήθειας της γυναίκας και του Μάρκου, προσποιούνταν τους τυφλούς όταν έβλεπαν τα σημάδια πάνω στα πρόσωπά τους. Η αστυνομία παρενέβαινε τύποις, του έκανε συστάσεις και τον άφηνε ελεύθερο. Κι εκείνος πάλι απ’ την αρχή, ταβέρνα, μικροκλοπές, πάνω χέρι κάτω χέρι σε όποιον του έλεγε κάτι που δεν του άρεσε. Ρουτίνα η ζωή τους, από εκείνες τις μαύρες κι άραχνες που βαρυγκομάς όταν ανοίγεις το μάτι σου το πρωί γιατί ξέρεις ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει ώσπου να ξεραθείς πάλι το βράδυ και κάνεις το σταυρό σου να βγάλεις ζωντανός άλλη μια μέρα.
Και το νησί, μουγκό, τυφλό, θεόκουφο. Χωρίς μήνυση τίποτε δεν μπορούσε να γίνει.
Και μήνυση δεν έκανε κανείς. Ούτε η Ουρανία, που όσο περνούσε ο χρόνος έμοιαζε με φιγούρα εξαϋλωμένη σαν εκείνες στα εικονίσματα. Σιωπούσε και δούλευε. Κι όποτε περνούσε καμιά εβδομάδα χωρίς να τη βασανίσει ο άντρας του σπιτιού και κατάφερνε να σταθεί στα πόδια της, έξυνε την ψυχή της να βγάλει έστω μια φλούδα τρυφερότητας για να θρέψει την ψυχή του Μάρκου της που είχε πρόωρα μαραθεί.
«Τι όμορφο παλικάρι που γίνεσαι, Μάρκο μου! Όλα θα περάσουν κάποτε. Θα δεις. Μη μου στενοχωριέσαι. Ο Θεός μας βλέπει. Ο Θεός θα μας λυπηθεί. Ο Θεός…»
«Πού’ ντος;» του ξέφυγε η κουβέντα μια φορά του Μάρκου και η Ουρανία κάθισε πλάι στο παράθυρο σταύρωσε τα χέρια και κάρφωσε το βλέμμα της στα σύννεφα λες και το είχε βάλει πείσμα εκείνο το βράδυ να Τον δει τον Θεό και να Τον ρωτήσει εκείνο το γιατί που τη βασάνιζε. Και ο Μάρκος πήγε και κάθισε αμίλητος δίπλα της, έβγαλε από την τσέπη του ένα σκοινάκι και για ώρα έφτιαχνε κόμπους απλούς, σαν εκείνους που φτιάχνουν στα κομποσκοίνια οι καλόγεροι όταν προσεύχονται.


Έτσι ο Μάρκος ήταν δακτυλοδεικτούμενος στο νησί στα δεκαεφτά του. Ο γιος του κλέφτη, ο γιος του μπεκρή, ο γιος του καθάρματος, του αλήτη, του τρισκατάρατου. Γιατί κανένας δεν θυμόταν ότι ήταν ο εγγονός του έντιμου καπετάνιου. Ως και τα παιδιά στο σχολείο έτσι τον έβλεπαν και τον απέφευγαν: ως το γιο τού… Παρέες δεν είχε. Και η Μαργαρίτα, η κόρη του φιλόλογου με τα γαλάζια μάτια που τον κοιτούσε κι έβλεπε μέσα τους μια τόση δα δειλή φλογίτσα ν’ ανάβει για χάρη του, δεν είχε βρει το θάρρος να του μιλήσει. Πόσο ήθελε να βρει το θάρρος να της μιλήσει εκείνος! Στο κάτω κάτω αυτός ήταν ο άντρας. Τι διάολο!
Η Μαργαρίτα… Με τα υπέροχα μαύρα μαλλιά σαν της Παναγίας… Πάνω στη φούντωση της εφηβείας ο Μάρκος, αντράκι σωστό στο κορμί, κουτάβι φοβισμένο στη σκέψη όμως, μάτι δεν έκλεινε όσο την έφερνε στο νου του. Η ανάσα του γινόταν βιαστική στη σκέψη της, η στύση του, πέτρα στιβαρή. Αλλά πώς να τολμούσε να της πει κουβέντα; Κι αν φοβόταν κι αυτή; Κι αν τον απέρριπτε; Αν το έλεγε στον πατέρα της και γινόταν φασαρία; Κι έπειτα, τι μπορούσε να της προσφέρει αυτός; Το χαρτζιλίκι που έβγαζε μεταφέροντας τα άπλυτα των ξενοδοχείων ως τα πλυντήρια της πόλης κι έπειτα πάλι πίσω για σιδέρωμα, το έδινε στη μάνα του για να τα βγάλουν πέρα. Τι να έκανε; Μόνο ο καθρέφτης του έδινε κουράγιο όταν του χαμογελούσε και του τόνωνε λίγο το ηθικό ότι της ταίριαζε της Μαργαρίτας στην εμφάνιση.
Μήνες έτρωγε τα νύχια του από αμηχανία και έμενε ξάγρυπνος μήπως κι έβρισκε το κουράγιο να της πει δυο κουβέντες για το μυρμήγκιασμα που ένιωθε όποτε την κοιτούσε. Ώσπου έφτασε άνοιξη. Λουλούδιασε η φύση, λουλούδιασε και η ψυχή του, γέμισε μπουμπούκια ελπίδας, πίστεψε πως ίσως, αν τολμούσε να της μιλήσει, μπορεί να αποκτούσε ένα λόγο να προσπαθήσει κάποτε, να περάσει και το κατώφλι του αστυνόμου σε ένα χρόνο που θα ενηλικιωνόταν και να έκανε αυτός τη μήνυση που δεν τολμούσε να κάνει η μάνα του. Ας έκανε λοιπόν πρόβα κουράγιου ομολογώντας την αγάπη του στη Μαργαρίτα. Ναι. Πρόβα κουράγιου θα ήταν εκείνη η ερωτική εξομολόγηση.
Ξυρίστηκε εκείνο το πρωινό, έβαλε και μια ξεθυμασμένη κολόνια στα μάγουλα, φόρεσε ένα λευκό πουκάμισο, έκοψε λίγα ζουμπούλια από τη γλάστρα της μάνας του και κρύφτηκε πίσω από το πλατάνι που βρισκόταν ανάμεσα στο σπίτι του φιλόλογου και το σχολείο.
«Μαργαρίτα…» της ψιθύρισε μόλις πέρασε από δίπλα του πιάνοντάς την απ’ το μπράτσο. Τρόμαξε εκείνη αλλά συγκρατήθηκε μόλις αντίκρυσε τη γλυκιά φάτσα του Μάρκου.
«Τι κάνεις; Αν μας δουν; Τρελάθηκες;» αντέδρασε αλλά είχε μια γλύκα το βλέμμα της, καθόλου άρνηση, καθόλου φόβο σαν να περίμενε από καιρό την τολμηρή του ενέργεια.
«Μη φοβάσαι. Να σου μιλήσω θέλω μόνο».
«Λέγε γρήγορα, πριν μας πάρουν είδηση»
«Να μωρέ, Μαργαρίτα. Σ’ αγαπάω» της είπε με το πρόσωπό του κόκκινο σαν πιπεριά και της έδωσε ένα κλεφτό φιλί στο στόμα. Πρόφτασε μόνο να δει τα μάτια της να κλείνουν και τα χείλη της να τρεμοπαίζουν σαν φτερά πεταλούδας. Έπειτα, της άφησε μες στις χούφτες τα ζουμπούλια κι έβαλε μια τρεχάλα ώσπου του κόπηκε η ανάσα. Ήταν χαρούμενος. Ευτυχισμένος! Τα είχε καταφέρει. Δεν άντεχε να πάει στο σχολείο εκείνη τη μέρα. Δεν άντεχε ν’ αντικρύσει τις κρύες φάτσες των παιδιών που δεν του χαλάλιζαν ούτε καλημέρα. Στο ακρογιάλι που πήγαινε με τον καπετάνιο θέλησε να βρεθεί, να φωνάξει «Μαργαρίτα» πολλές φορές και να πάρει το κύμα το όνομά της μακριά και να το διαλαλήσει ως την άκρη του κόσμου.
Κάθισε στην αμμουδιά για ώρες πετώντας βότσαλα στο νερό και υφαίνοντας με το νου του όνειρα ενώ τα χέρια του έφτιαχναν πάλι κόμπους. Ναι. Μπορούσε να κάνει και ο Μάρκος όνειρα κι απολάμβανε αυτή τη διαπίστωση μιας και ως τότε πίστευε ότι δεν μπορούσε ή ότι δεν είχε δικαίωμα να ονειρεύεται. Κι όσο για τους κόμπους, που έκανε με τα σκοινάκια που είχε στην τσέπη εκείνη τη μέρα, σαν ζωγραφιές έμοιαζαν, σαν λουλούδια, σαν φιόγκους από εκείνους που στόλιζε η Μαργαρίτα στα μαλλιά της.

Γύρισε το μεσημέρι στο σπίτι. Βρήκε την Ουρανία μαζεμένη κουβάρι σε μια γωνιά να κλαίει, τον πατέρα του να ουρλιάζει μες στο μεθύσι του, τον φιλόλογο να κόβει βόλτες πάνω κάτω στο σκεβρωμένο πάτωμα κι έπειτα να κοντοστέκεται με τα χέρια δεμένα στην πλάτη και να χαζεύει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του συχωρεμένου του παππού του.
«Ήρθε» άκουσε τον καθηγητή του να λέει. «Αφήστε εμένα να του μιλήσω. Ξέρω καλά πώς να τακτοποιώ κάτι αλητήριους σαν και του λόγου του».
«Μη μου τον τρομάξετε!» τον ικέτεψε η Ουρανία μες στους λυγμούς της.
Κόπηκαν τα γόνατα του Μάρκου. Ο νους του πήγε κατευθείαν στην πρωινή ερωτική του εξομολόγηση στη Μαργαρίτα. Ποιος να τους είδε; Ποιος να το κάρφωσε στον πατέρα της; Κι αν του το είπε η ίδια; Όχι… Όχι… Σίγουρα η Μαργαρίτα το είχε κρατήσει το μυστικό τους. Δεν θα του έκανε κακό. Το διάβασε στα μάτια της ότι η αγάπη του ήταν καλοδεχούμενη στην καρδιά της.
«Γιατί δεν ήρθες σήμερα στο σχολείο, Καραδήμα;» ακούστηκε σαν αστροπελέκι η φωνή του καθηγητή.
«Δεν είχα όρεξη. Δεν είναι η πρώτη φορά».
«Είχες άλλες ορέξεις, Καραδήμα, σήμερα. Έτσι;»
«Δεν σας καταλαβαίνω. Τι εννοείτε;»
«Μη μου παριστάνεις τον ανήξερο εμένα, Καραδήμα. Σε είδαν».
«Να κάνω τι; Εξηγήστε μου!»
«Σήμερα κάποιος μπήκε απ’ το παράθυρο στο σπίτι μου και μ’ έκλεψε, Καραδήμα».
«Και νομίζετε ότι…» πανικοβλήθηκε ο Μάρκος. Άδειασε το αίμα μονομιάς απ΄ το κορμί του. Τα μάτια του έσβησαν.
«Δεν νομίζω, Καραδήμα. Είμαι σίγουρος. Αλλιώτικα τι γύρευες κρυμμένος πίσω από το πλατάνι; Γιατί δεν πάτησες σήμερα στο σχολείο; Είχες τους λόγους σου έτσι;» συνέχισε να φτύνει σάλια και προσβολές ο φιλόλογος.
Στιλέτα εκείνες οι κουβέντες του καθηγητή. Ο Μάρκος είχε σαστίσει. Τι να έλεγε; Ο νους του είχε σπαταλιστεί στα όνειρα που έκανε το πρωί και αδυνατούσε να σκεφτεί ο,τιδήποτε. Και όσο έβλεπε την Ουρανία να βαλαντώνει, τόσο η καρδιά του κομματιαζόταν.
«Έχετε αποδείξεις γι’ αυτό που λέτε, κ. Αντωνίου;» τόλμησε να ψελλίσει.
«Απόδειξη είναι η φύτρα σου. Κι έπειτα σε είδαν. Όμως έπρεπε να το περιμένω. Σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον που μεγαλώνεις, ίδιος θα γινόσουν αργά ή γρήγορα».
«Δεν έχω κάνει τίποτε» ψέλλισε ο Μάρκος.
«Ως αύριο θέλω τα λεφτά που μου βούτηξες. Ειδάλλως…»
«Δεν έχω κάνει τίποτε» επανέλαβε ο Μάρκος με φωνή χαρακωμένη απ’ την απόγνωση. Ποιος να τον πιστέψει; Ποιος να τον υπερασπιστεί; Μόνο η Μαργαρίτα μπορούσε. Αλλά πού να έβρισκε τόσο θάρρος; Μια θάλασσα κουράγιο χρειαζόταν για να αποκαλύψει ότι το έγκλημα του Μάρκου εκείνο το πρωί ήταν μια λέξη που της είπε κι ένα φιλί που της έδωσε.
«Αν ως αύριο δεν μου επιστρέψεις τα λεφτά, θα σε καταγγείλω και θα γίνεις τρόφιμος σε αναμορφωτήριο. Μ’ άκουσες;» του είπε πλησιάζοντας τη θυμωμένη φάτσα του στο απεγνωσμένο πρόσωπο του Μάρκου.
«Μάλιστα…» ψέλλισε το αγόρι.
«Ίσαμε αύριο. Αλλιώτικα θα σου κάνω μήνυση κι άντε να δούμε ποιος θα πιστέψει το γιο του μπεκρή».
Ακούστηκε ο ήχος της πόρτας, ο λυγμός της Ουρανίας, μια ακατάληπτη βρισιά απ’ τα χείλη του πατέρα του που βρισκόταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στο ντιβάνι του καθιστικού.
Ένας αόρατος κόμπος είχε τυλιχτεί στο λαιμό του και έψαχνε τρόπο να τον λύσει. Έτρεξε στην αποθήκη κι από πίσω του η Φωφώ, με την ουρά στα σκέλια λες και είχε καταλάβει τη σοβαρότητα της στιγμής. Το αγόρι κάθισε στο τσιμέντο, στήριξε την πλάτη του σ’ ένα κιβώτιο κι έψαχνε μέσα του απεγνωσμένα για ένα δάκρυ, να ξεσπάσει, να ξεθυμάνει ο πόνος, να λυθεί ο κόμπος που του έφραζε το λαιμό και δεν μπορούσε να πάρει αναπνοή. Τίποτε. Άφαντο το δάκρυ, άφαντη και η λύση. Όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, ο Μάρκος ήταν ένοχος μέχρι αποδείξεως της αθωότητάς του. Πώς όλα τα δικαιώματα είχαν διαστρεβλωθεί στη δική του ζωή, αναρωτιόταν; Γιατί, πάλι. Αλλά δεν σήκωσε το βλέμμα έξω απ’το φεγγίτη της αποθήκης να ψάξει το Θεό. Το είχε πάρει απόφαση ότι δεν υπήρχε.
«Το γιο του μπεκρή, το γιο του κλέφτη, ποιος να τον πιστέψει…» Η φράση σαν ηχώ επαναλαμβανόταν ασταμάτητα στη σκέψη του. Ήταν μια αλήθεια - ίσκιος. Θα τον ακολουθούσε πάντα. Πώς να της ξέφευγε; Να ήξερε τα καθέκαστα η Μαργαρίτα; Αυτή η σκέψη σιγότρωγε τη σκέψη του όλο το βράδυ.
Όλη τη νύχτα την πέρασε στην αποθήκη. Η απόγνωση τον φαρμάκωνε αργά αργά. Σκάλιζε το μυαλό του να βρει μια απόδειξη, ένα άλλοθι για να μπορέσει να απαλλαγεί από την κηλίδα που του είχε φορτώσει ο καθηγητής του. Στις τσέπες του δεν είχε λεφτά. Είχε μόνο σπάγγους δεμένους σε παράξενους κόμπους. Και κάτω από το πουκάμισο είχε μια καρδιά που σπαρταρούσε σαν ψάρι έξω από το νερό ικετεύοντας να το ξαναρίξουν στη θάλασσα.
Ποιος θα λυπόταν το γιο του μπεκρή;
Κανένα φως στον ορίζοντα. Η μέρα αργούσε να ξημερώσει. Στην ψυχή του δεν ξαναξημέρωσε ποτέ.
Πριν χαράξει σηκώθηκε με βήμα αργό, πήρε παραμάσχαλα ένα χοντρό σκοινί που είχε η μάνα του για να απλώνει τη μπουγάδα. Κοίταξε φευγαλέα τον ουρανό -όχι όπως τον κοίταζε η μάνα του η Ουρανία,- αλλά με θυμό ανάκατο με αγανάκτηση. Η Φωφώ, πίσω του με το κεφάλι σκυμμένο ...


Σαν ένα τεράστιο κουκούλι που κρεμόταν απ’ το πλατάνι φάνταζε από μακριά, που κινιόταν πέρα δώθε από ένα ανοιξιάτικο πρωινό αεράκι. Ένα κουκούλι που μέσα του εκκολαπτόταν μια τεράστια ενοχή. Ο ήλιος άρχιζε την περαντζάδα του και τα παιδιά με τα σακίδια όδευαν για το σχολείο.
«Τι κρέμεται στο δέντρο;» αναρωτιούνταν μέχρι να δουν από κοντά. Κι έπειτα, έφτιαξαν ένα στεφάνι γύρω από το πλατάνι και έμειναν άναυδοι κοιτάζοντας το Μάρκο, να κρέμεται σαν τεράστιο εκκρεμές και να μετράει όπως κινιόταν πέρα δώθε τη ματαιότητα του κόσμου. Ξέπνοος, λουσμένος από τη λιακάδα, μοιάζοντας με απαγχονισμένο άγγελο, τους κοιτούσε όλους με μάτια πετρωμένα περιμένοντας ακόμη την απάντηση που δεν του είχε δώσει ο ουρανός. Στον κορμό του πλάτανου είχε καρφώσει ένα σημείωμα:
«Δεν το έκανα εγώ».
Από κάτω, ακίνητη, σαν τη Παναγιά κάτω απ’ το Σταυρό του Μαρτυρίου, η Φωφώ.

Όλο το σχολείο έκλαψε για τον Μάρκο. Έγινε ξάφνου ήρωας. Εκεί που δεν του έλεγαν ούτε καλημέρα, έκαναν ως και αποχή από τα μαθήματα για χάρη του. Ο καθηγητής δεν τόλμησε βέβαια να εμφανιστεί αλλά έστειλε στεφάνι στην κηδεία του που η Ουρανία του μάδησε ένα ένα τα γαρίφαλα. Σαν να ξύπνησε απότομα από το λήθαργό της πάντως η γυναίκα. Λίγες μέρες μετά την κηδεία, βρήκε το κουράγιο να κάνει μήνυση στον άντρα της και μήνυση στον παιδαγωγό.
Τον πατέρα του Μάρκου τον προφυλάκισαν. Ο καθηγητής όμως βγήκε άβρεχτος απ’ αυτή την ιστορία μιας και είχε κάποιους επιφανείς γνωστούς μέσα στο Υπουργείο Παιδείας και το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το παιδί είχε ψυχολογικά προβλήματα λόγω των οικογενειακών προβλημάτων. Όσο για τα λεφτά, τα είχε βουτήξει ένας συμμαθητής του Μάρκου που βρήκε ευκαιρία να τα ρίξει όλα πάνω του μιας και είχε βάλει κι εκείνος τη Μαργαρίτα στο μάτι και εκείνη τον είχε απορρίψει πανηγυρικά.
Οι εφημερίδες ασχολήθηκαν για λίγες μέρες μιας και το θέμα ήταν ευπώλητο. Έπειτα η σκόνη του χρόνου σκέπασε τη μνήμη του Μάρκου. Μόνο η Ουρανία δεν μπόρεσε να ξεχάσει ποτέ το παλικάρι της και η Μαργαρίτα που πήγαινε κρυφά στον τάφο του για χρόνια και άφηνε ματσάκια αγριολούλουδα. Πώς να ξεχνούσε το ντροπαλό του «σ’ αγαπώ» και το ζεστό φιλί του; Πώς να ξεχνούσε ότι η σιωπή της οδήγησε το Μάρκο να φτιάξει τον κόμπο της θηλιάς του;
Ίσως να μην το ξέχασε και η Φωφώ, που από τότε που έγινε το κακό και όσο έζησε, βολόδερνε κλαψουρίζοντας γύρω από το πλατάνι, λες και συναντιόταν εκεί με την ψυχούλα του Μάρκου που συνέχιζε να φτιάχνει κόμπους ξέγνοιαστη πια.

15 σχόλια:

clementine είπε...

Πασχαλία μου, συγκλονίστηκα!...Φαντάζομαι τα συναισθήματά σας όλων των συμμαθητών...φέρνω στο νού μου τη Μάνα και με πλημμυρίζουν δάκρυα...
Και αναρωτιέμαι:... Γιατί πρέπει πάντα να γίνεται κάτι άδικο για να ξεσκεπαστεί το δίκιο?......:(

Ανώνυμος είπε...

Καλημέρα κι από εμένα.
Αγαπημένη μου Κλημεντίνη εισαι καλά?
Αγαπημένη μου Πασχαλία εσύ?
Παρ'ότι την ιστορία μου την διηγήθηκες εν τάχει όταν συναντηθήκαμε,διαβαζοντάς την πρέπει να σου πω ότι ένιωσα ένα σπαραγμό που ούτε η βόλτα στην Gallipoli, μια από τις πιό αγαπημένες μου πόλεις στην Ιταλία,κατάφερε να διώξει.
Επειδή μεγάλωσα σε μια μικρή κοινωνία,ξέρω πόσο εύκολα κρίνουν οι άνθρωποι ένα άτομο συναρτήσει ενός γονιού,κάτι που πάντα με ξάφνιαζε και εξόργιζε.
Νιώθω μια βαθειά θλίψη για την ψυχή που χάθηκε,και προσθέτω ακόμα ένα κερί σ'αυτά που ανάβω κάθε που πάω σε εκκλησία.
Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω τώρα που το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.
Την Καλημέρα μου και στις δυό σας
και την αγάπη μου.

Τέσυ είπε...

ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ
Μπορεί η αξιοπρέπεια να μετουσιωθεί σε καταγγελία της κοινωνικής προκατάληωης;
Μπορεί ένας άνθρωπος που προσπαθεί να σώσει την ετερότητά του να σωθεί μέσα σ΄αυτήν;
Σαν αεράκι γεννημένο σε κάποιο περιβόλι του νησιού του, ο Μάρκος έρχεται να καταδείξει, με την έσχατη πράξη του, την ανθρώπινη ψυχική ανεπάρκεια, που θάλλει ανενδοίαστα στις σύγχρονες κοινωνίες και στιγματίζει ανερυθρίαστα την περηφάνεια όσων τολμούν να συγκαταλέγονται ακόμα στις τάξεις των ανθρώπων.
Το κείμενο σου αυτό Πασχαλία θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο "Περηφάνεια και Προκατάληψη".
Δυο ασύμβατες ποιότητες που γίνονται η αιτία του επερχόμενου κακού.
Ο Μάρκος, διατηρώντας το τιμητικό, όσο και σπάνιο, προνόμιο της ευθιξίας, γίνεται ο ίδιος μια ολοζώντανη καταγγελία εναντίων όλων, όσοι χάρη στην πνευματική και ψυχική τους αναπηρία, δεν καταφέρνουν τίποτε περισσότερο από το να στιγματίζουν συλλήβδην ό,τι ή όποιον δεν μοιάζει στα οικεία.
Την περίπτωση αυτή, θα πρέπει να τη θεωρήσουμε ως απειλή που αφορά όλους μας.
Γιατί η μεγάλη ενοχή δεν συνίσταται στην κραυγαλέα ανικανότητα μιας κοινωνίας να δει και να αναγνωρίσει την ειδοποιό διαφορά μεταξύ των ανθρώπων αλλά επειδή η ψυχική παραμόρφωση στην καθημερινή μας συμπεριφορά έχει γίνει, και όχι βέβαια ερήμην μας, μια ισχυρή πραγματικότητα που επιμένει να βυθίζει συνανθρώπους μας στη φρίκη της απόγνωσης με πρισσή ευκολία!
Ο θάνατος του Μάρκου και το σημείωμα που αφήνει συνιστούν αναμφίβολα ένα δράμα. Ένα δράμα συμπορευόμενο όμως με το θάνατο της κοινωνικής ευαισθησίας, που δεν αναγνωρίζει σε κανέναν το δικαίωμα να μην είναι έτσι όπως η φαντασία της ορίζει.
Οι ένοχοι πολλοί. Όλοι όσοι συνειδητά έφταιξαν αλλά περισσότερο όσοι συνειδητά επέλεξαν τη σιωπή.
ο "έγκριτος" φιλόλογος που κατηγορεί το παιδί είναι το ίδιο ένοχος με τη σιωπή της Μαργαρίτας και η Ουρανία φταίει κι αυτή τόσο όσο ο τρισκατάρατος πατέρας, γιατί αγνοούν ότι η σιωπή και η ανοχή αποτελούν προτροπή σε ακραίες συμπεριφορές. Αποτελούν μέλη μιας κοινωνικής παρακμής που δεν ξέρει πόση αλήθεια κρύβεται μέσα στα δυο ερωτευμένα μάτια ενός παιδιού και αρνείται πεισματικά να τα κοιτάξει.
Ο Μάρκος προτίμησε με το θάνατό του να κάνει μέγιστη πράξη ζωής την διεκδίκηση της αλήθειας, αποτελώντας έτσι ο ίδιος ένα μεγάλο κατηγορώ απέναντι σε όλες τις κοινωνικές προκαταλήψεις, δίνοντας ένα ισχυρό μάθημα ζωής σε όλους. Σ΄αυτούς λοιπόν ταιριάζουν η θλίψη και τα δάκρυα. Όχι στον Μάρκο!
Εκείνος έκανε αυτό που ο ποιητής όρισε:
"Έκανε οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου"
Τέσυ Μπάιλα

ΣΜΑΡΑΓΔΗ είπε...

Δε με πιάνου εύκολα τα κλάματα όταν διαβάζω ένα διήγημα ή βιβλίο. Για όλα όμως υπάρχει μια πρώτη φορά! Κατάφερες να με συγκινήσεις, ομορφούλα!
Φιλιά,
Σμαραγδή

Maria Tzirita είπε...

Πολύ συγκινητική, συγκλονιστική θα έλεγα η ιστορία κι άλλο τόσο ο τρόπος που είναι γραμμένη - με την απαράμιλλη πένα της Πασχαλίας Τραυλού!
Θα μπορούσε να γίνει βιβλίο αυτή η ιστορία Πασχαλία μου και σίγουρα έχει πολλά πολλά μηνύματα να δώσει.
Όπως και να'χει, σ'ευχαριστούμε που την μοιράστηκες μαζί μας...
Πολλά φιλιά και καλά να περάσετε στην συμπρωτεύουσα!

Μαρία είπε...

Υπέροχο Πασχαλία μου. Μ'επιασε η ψυχή μου βέβαια για το άδικο ... δυστυχώς σε πολλα σημεία η ελληνική κοινωνία πάντα έθετε δακτυλοδεικτούμενους και μάλιστα με λάθος παράγοντες και συντεταγμένες.
Τέλος πάντων..
Περιμένω νέα σου από Θεσσαλονίκη!!!!
ΦΙλάκια πολλά πολλά

Ανώνυμος είπε...

Καλησπέρα σε όλους και καλό μήνα.
Πασχαλία, είσαι ευλογημένη! Παρακολουθώ καιρό τώρα το "ταξίδι" σου κι επισκέπτομαι πλέον και τη σελίδα σου.
Μ'έχεις κερδίσει! Με το σπαθί(διαισθάνομαι ότι είσαι σύγχρονη πολεμίστρια)και την πένα σου.
Η τελευταία αυτή ιστορία-πέραν της αδικίας-άφησε στα χείλη μου πολύ έντονη τη γεύση της απώλειας.
Θα ήθελα να μοιραστώ με σένα και τους φίλους σου ένα γράμμα που έγραψα κάποτε, ένα γράμμα χωρίς παραλήπτη...


Αθήνα, Δεκέμβριος 1994


Πολυαγαπημένη μου,

Ποτέ δεν χρειάστηκε να πιάσω στα χέρια μου χαρτί και μολύβι και να αποτυπώσω την πρώτη ύλη της ψυχής μου, έτσι ατόφια, ακατέργαστη. Εσύ ξέρεις το λόγο που δεν χρειάστηκε να το κάνω, διότι, Εσύ ήσουν ο λόγος. Πάντα βρισκόσουν εκεί, άλλες φορές με το πλατύ σου χαμόγελο, άλλες πάλι με το δάκρυ που κυλούσε πάνω στην αψεγάδιαστη επιδερμίδα σου ευλαβικά από φόβο μην πληγώσει την πορσελάνινη όψη σου.
Πάντα.
Πόσο περίεργα αισθάνομαι που χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη. Ειδικά σήμερα που το πριν, το τώρα, το άλλοτε, το πάντα έχουν γίνει κορδέλες στο γαϊτανάκι της ζωής μου κι ο δυνατός άνεμος σπρώχνει με μανία το κοντάρι για να μου χαλάσει τον αποκριάτικό μου χορό.
Βλέπω τα σύννεφα απ΄ το παράθυρο δίπλα στο τζάκι. Όσο πυκνά κι αν είναι, μετακινούνται, αλλάζουν σχήμα και η ελπίδα να τα διαπεράσει μια ακτίνα φωτός είναι υπαρκτή. Εδώ κάτω δεν ισχύει το ίδιο. Τα σύννεφα μέσα μου έχουν γίνει συμπαγές μπετόν κι η πιθανότητα να φωτιστεί η ψυχή μου είναι τόση όση και αυτή του να γίνει η πρωτεύουσα πράσινη εν μία νυκτί.
Γιατί ;
Γιατί, κοριτσάκι μου γλυκό, να σε χάσω έτσι; Δεν περνάω πια έξω από το πατρικό σου. Φοβάμαι μην συναντήσω τη μάνα σου που περιφέρεται σαν φάντασμα στον κήπο με τις αγαπημένες σου λεμονιές. Ψάχνει η καψερή να εντοπίσει τη μυρωδιά σου μέσ΄ τους λεμονανθούς, αφού μόνο η δική τους φρεσκάδα μπορεί να συγκριθεί με τη δική σου.
Κι εγώ απόμεινα μόνη τώρα, Τόνια. Έχασα την καλύτερη φίλη που υπήρξε ποτέ. Δεν πρόλαβα να στο πω, μάτια μου, αλλά Εσύ ήσουν και θα΄ σαι φίλη, αδελφή, προστάτιδα, συνοδοιπόρος. Δεν έπρεπε, όμως, να με αφήσεις. Από πιτσιρίκια μεγαλώσαμε μαζί, ονειρευτήκαμε μαζί, καυγαδίσαμε, γελάσαμε, κλάψαμε η μία στον ώμο της άλλης. Ήξερες, Τόνια, ότι δεν είμαι δυνατή. Είμαι θνησιγενής και η απουσία σου φωλιάζει ξεδιάντροπα μέσα μου και μου κατατρώει τα σωθικά.
Μήπως σιχάθηκες να πίνεις το βαπορίσιο φραπέ που σου έφτιαχνα κι έφυγες μακριά μου; Πες μου ότι θα έρθεις το απόγευμα για καφέ κι εγώ θα την πετύχω σήμερα την αναλογία κι ας μην έμαθα ποτέ να κάνω κάτι σωστά. Μόνο να έρθεις…

Ανώνυμος είπε...

Φίλοι και φίλες μου γεια σας. Χαίρομαι που επιστρέφοντας από την Έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης όπου παρουσίασα το καινούργιο βιβλίο της Λένας Μαντά "Η άλλη πλευρά του νομίσματος" και είχα την ευτυχία να δω και να γνωρίσω πολλούς συγγραφείς που διαβάζω και θαυμάζω όπως το Βαγγέλη Ραφτόπουλο, τον Άρη Σφακιανάκη και τον Γιάννη Μακριδάκη (Ανάμισης Ντενεκές: εκδόσεις ΕΣΤΙΑΛ, ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟΛ, βρήκα τα σχόλιά σας για το διήγημά μου. Χαίρομαι που σας άγγιξε και χαίρομαι κατεξοχήν που ο τελευταίος/α ανώνυμος/η φίλος/η (γιατί δεν γράφετε το όνομά σας;) κατέθεσε΄τη δική του εμπειρία από ψυχής. Στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου όταν ανάρτησα αυτό το διήγημα ήταν να σας κινητοποιήσω και να εκφράσετε δικές σας παρόμοιες εμπειρίες. Φιλιά πολλά, Περιμένω να ξεκλειδωθείτε. ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΡΑΥΛΟΥ

ΜΙΛΕΝΑ είπε...

Γεια σας.
Σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν είχα πρόθεση να εμφανιστώ ως ανώνυμη, αλλά αντιμετώπισα ένα μικρό πρόβλημα με το λογαριασμό μου κι ότι η χθεσινή "κατάθεσή" μου-ΕΥΤΥΧΩΣ-δεν αποτελεί προσωπική εμπειρία, αλλά την ατέλεστη αρχή ενός διηγήματος.
Κουράγιο σε όσους έρχονται αντιμέτωποι με "άλυτες" εξισώσεις της ζωής και ΑΛΗΘΕΙΑ (α' στερητ.+λήθω=λανθάνω)
[Μαγική δεν είναι η γλώσσα μας;]γιατί είναι πολλές οι φορές που ΔΕΝ πρέπει να αποκρύπτουμε πράγματα ούτε και να ξεχνάμε...

Ανώνυμος είπε...

Μιλένα μου, σ' ευχαριστώ για την επίσκεψη και ελπίζω να μιλάμε συχνότερα. Το διήγημα να το τελειώσεις και αν θέλεις, να το αναρτήσουμε και στο blog μου. Φιλιά ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΡΑΥΛΟΥ

Μαρία Πόντη είπε...

γεια σας κυρία Πασχαλία.με χαρά βρήκα το τελευταιο καιρο το Blog
παρακολουθω τις συζητήσεις και τα διηγηματα με πολύ ενδιαφέρον. έχω διαβάσει μόνο το τελευταίο σας βιβλίο και θέλω να διαβάσω και τα άλλα. ποιο μου προτείνετε;
στις συζητήσεις βλέπω παιρνουν μέρος αξιολογοι άνθρωποι.έχουν άποψη και γραφουν πολυ ωραία. θα ήθελα να επιοκοινωνήσω με τον Περικλή και την Τέσυ που έχει ψωστές απόψεις αλλά δεν ξέρω πως.θα ήθελα επίσης να μου λέγατε αν είναι και αυτοί συγγραφείς. πρώτη φορα γράφω σε BLOG.
ευχαριστώ πολύ
Μαρία Πόντη

Ανώνυμος είπε...

Μαρία μου, είναι ιδιαίτερη η χαρά μου όταν διαπιστώνω ότι αποκτώ νέους φίλους και τώρα πλέον σε συγκαταλέγω κι εσένα σε αυτούς. Η Τέση και ο Περικλής μπορεί να μην είναι δόκιμοι συγγραφείς ακόμη αλλά πιστεύω ότι έχουν το χάρισμα και ευελπιστώ ότι σύντομα θα κρατάμε στα χέρια μας δικά τους βιβλία. Όσο για τα δικά μου, αν με ρωτάς ποιο να διαλέξεις είναι σαν να ρωτάς μια μάνα ποιο παιδάκι της προτιμάει. Ενδεικτικά θα σου πω να διαβάσεις τη Ματζίκα της αγάπης. Φιλιά πολλά. ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΡΑΥΛΟΥ

μιλένα είπε...

Πασχαλία μου,
δεν ξέρω αν θα ολοκληρωθεί ποτέ.Πάντως, σε ευχαριστώ και μόνο που το πρότεινες.Είναι τιμή μου.
Καλώς σας βρήκα.Θα τα λέμε.

lena manta είπε...

Έχω ανοίξει ένα θέμα στο blog παρόμοιο με το δικό σου μετά την έκθεση. Για κοίταξέ το λiγάκι!

Μαρία Πόντη είπε...

σας ςυχαριστώ κ Πασχαλία.θα αγοράσω το βιβλίο σας.δε μου είπατε αν είναι τόσο καλό όσο και τα φτερά. ελπίζω ο κ Περικλής και η κ Τέσυ να βγάλουν βιβλίο.
Σας χαιρετώ